Διάλεξα ένα ακόμα κεφάλαιο τυχαία, έτσι για να πάρετε και μια ιδέα ...δράσης.... Αυτό είναι και το τελευταίο κομμάτι από το βιβλίο μου που θα ανεβάσω, μια που προτιμώ το υπόλοιπο να το διαβάσετε όταν τελειώσει και εκδοθεί... Ελπίζω ειλικρινά να το βρείτε,τουλάχιστον διασκεδαστικό... Και ενδιαφέρον.... Θα τα πούμε σύντομα με πιο καθμερινά πράγματα.... Φιλιά....
Στον παράδρομο της Κηφισίας, έξω από το Guzel γίνεται πανζουρλισμός… Κόσμος συνωστίζεται στην είσοδο περιμένοντας να μπει και τα αυτοκίνητα πηγαίνουν σημειωτόν. Η Δανάη που κάθεται στην θέση του συνοδηγού κατεβάζει λίγο το παράθυρο και κοιτάζει έξω άναυδη :
«Συγγνώμη εκεί πάμε και εμείς? Εκεί που είναι μαζεμένα όλα εκείνα τα παιδάκια?»
Η Αθηνά πάλι δεν δείχνει να συμμερίζεται την αγωνία της φίλης της. Με το αυτοκίνητο σχεδόν ακινητοποιημένο, ο παρκαδόρος ασχολείται ακόμη με το μπροστινό, ελέγχει το μακιγιάζ της στο καθρέφτη.
«Ακούς παιδί μου τι σου λέω? Αυτά είναι όλα σαν τον Αλέξανδρο! Άντε λίγο μεγαλύτερα! Τι θα κάνουμε εμείς εδώ? Αμφιβάλλω αν θα μας βάλουν μέσα δηλαδή… Εκτός αν βάλει μέσον η Άννα κανέναν συμμαθητή του γιου της… Πες ρε Άννα και ‘συ… »
«Εμείς έχουμε έρθει μια φορά με τον Κώστα παλιότερα… Και ήταν πολύ ωραία. Έχει και έναν prive χώρο κάπως υπερυψωμένο φαγητό … Βέβαια η αλήθεια είναι ότι έχει πέσει μάλλον ο μέσος όρος ηλικίας αλλά μπορεί μέσα να είναι αλλιώς… Μπορεί όλα αυτά τα πιτσιρίκια να περιμένουν να μπουν αλλά να μην τα βάζουν…»
«Πάντως τόση ώρα που περιμένουμε να φτάσουμε , μια χαρά βλέπω και τα βάζουν… Έχετε τρελαθεί και οι δύο μωρέ… Και καλά … Η άλλη ήταν τρελή από πάντα… Εσύ? Πότε κόλλησες? Δεν πηγαίναμε καλύτερα να πιούμε ποτό στα Balloons…»
Η Αθηνά αφήνει το αυτοκίνητο να κυλήσει λίγο ακόμη και ο παρκαδόρος της κάνει νόημα να το αφήσει εκεί που είναι.
«Λοιπόν, αφήστε τις μουρμούρες και κατεβείτε… Μια χαρά είναι το μαγαζάκι, μέσα μας περιμένει και ο Γιάννης, άντε… Για να δω χαμόγελα και κέφι… Μην δείχνουμε σαν να έχω βγάλει τις θείες μου βόλτα…»
«Τώρα θα σου έλεγα κάτι για την θεία σου…» ψιθύρισε η Δανάη αλλά εντωμεταξύ είχε άλλο θέμα να λύσει. Το ανέβασμα και το κατέβασμα από το αυτοκίνητο της Αθηνάς, ένα θηριώδες BMW X5 της δημιουργούσε πάντα πρόβλημα. Κοντούλα και στρουμπουλή δεν ήταν ακριβώς ο τύπος τον οποίον είχε στο μυαλό του ο άνθρωπος που το σχεδίασε. Ευτυχώς ο παρκαδόρος της έδωσε το χέρι του χαμογελαστά…
«Να σας βοηθήσω?»
«Να με βοηθήσεις… Εδώ που φτάσαμε, ας μπούμε τουλάχιστον αρτιμελείς.. Ευχαριστώ πολύ..»
Ακολουθώντας την Αθηνά και σπρώχνοντας διάφορα πιτσιρίκια που τις κοίταζαν βλοσυρά έφτασαν μέχρι τον πορτιέρη, ένα ψηλό γεροδεμένο και ελαφρά αγριωπό τύπο ο οποίος όμως με το που είδε την φιλενάδα τους μεταμορφώθηκε αυτομάτως σε puppy…
«Καλησπέρα κυρία Αθηνά…. Μέρες έχουμε να σας δούμε… Είναι και ο κύριος Γιάννης μέσα με την παρέα του. Περάστε…»
Και πέρασαν…. Μέσα στο μαγαζί ο χαμός…. Παιδάκια μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι σου, από αυτά τα εξελιγμένα, τα ολόιδια. Τα κορίτσια με ελάχιστα ρούχα και τους αφαλούς έξω χειμώνα καλοκαίρι και τα αγόρια με παντελόνια που σέρνονταν στο πάτωμα και μαλλιά που έμοιαζαν να έχουν να χτενιστούν μέρες, αν όχι χρόνια. Και όλα με ένα ποτό στο χέρι, να στέκονται ακίνητα με το βλέμμα καρφωμένο στο άπειρο παρόλη την εκκωφαντική μουσική που έκανε το πάτωμα να τρίζει κάτω από τα πόδια τους. Και μέσα στην μέση του χαμού, στο μεγάλο κεντρικό μπαρ που δέσποζε στον χώρο, ο Γιάννης Πετρίδης χαμογελαστός και κεφάτος με τρία άδεια σκαμπό γύρω του και πολύ περισσότερα παιδάκια να τον αγριοκοιτάνε, τους έγνεφε με ενθουσιασμό…
«Κορίτσια! Εδώ… Σας κρατάω θέσεις…»
Πλησίασαν σπρώχνοντας και βολεύτηκαν στα ψηλά stools.
«Άντε καλέ τόση ώρα… Τι κάνατε πια … Πόσο φάγατε? Ρίζες έχω βγάλει να σας περιμένω… Αννούλα ομόρφυνες ή μου φαίνεται? Και εσύ Δανάη μια χαρά είσαι … Κάνατε κάτι και δεν μου το είπατε? Γιατί σας βλέπω ανεβασμένες…»
«Μα βλέπεις ανεβασμένες διότι προφανώς είσαι κόκαλο…» τον πρόγκιξε η Δανάη. «Τι είναι όλα αυτά τα ποτήρια εδώ? Συλλογή κάνεις?»
Ο Γιάννης κοίταξε σχεδόν απορημένος τα ποτήρια που του έδειχνε η κοπέλα. Πραγματικά μπροστά του βρίσκονταν απόλυτα στοιχημένα τουλάχιστον επτά άδεια ποτήρια Μαργαρίτας ενώ ένα ακόμη, μισογεμάτο, ισορροπούσε με δυσκολία στο χέρι του που ανεβοκατέβαινε με ενθουσιασμό…
«Αυτά λες? Πήγα προχτές για εξετάσεις και ο γιατρός μου είπε να ελέγχω το ποτό μου γιατί έχω ψηλή χοληστερίνη… Οπότε και εγώ αποφάσισα μετράω πόσο πίνω… Κοίτα … Μία , δύο, τρεις»
«Ψηλή χοληστερίνη?» τον διέκοψε ανήσυχη η Αθηνά. «Πόσο ψηλή δηλαδή? Και εμένα γιατί δεν μου είπες τίποτα?»
«Ψηλή… Πολύ ψηλή… Θα ‘ναι και δύο μέτρα…» της απάντησε ο Γιάννης σκασμένος στα γέλια…
Τέτοια ώρα τέτοια λόγια σκέφτηκε η Αθηνά… Θα τα πούμε αύριο στο γραφείο που θα είναι ξεμέθυστος…
«Τι θα πάρουν οι κυρίες?»
Η βαθιά φωνή του Νίκου ακούστηκε ελαφρά ειρωνική μέσα στην φασαρία. Γύρισε να τον κοιτάξει και για κλάσματα δευτερολέπτου ξέχασε τον θυμό της. Ντυμένος με ένα τζιν παντελόνι και ένα γκρίζο t-shirt Von Dutch που τόνιζε τις γυμνασμένες πλάτες του και τους άψογους κοιλιακούς του και με τα μάτια του να χαμογελάνε πειρακτικά ήταν πραγματικά αχτύπητος. Όμως δεν θα τον άφηνε να την τουμπάρει… Τον κάρφωσε με το πιο παγερό της βλέμμα και του απάντησε κοφτά:
«Για μένα ξέρεις… Ο Γιάννης έχει ποτό… Εσείς κορίτσια τι θα πάρετε?»
«Μια βότκα με λεμόνι» είπε η Άννα ενώ η Δανάη τον κοίταξε σκεφτική.
«Εγώ δεν είμαι σίγουρη… Κάτι γλυκό μάλλον…»
«Ένα γαλατομπούρεκο δηλαδή?» απάντησε χαμογελώντας ο Νίκος…
«Έχετε?» Αν είναι δυνατόν σκέφτηκε η Αθηνά… Αυτή σήμερα έχει βαλθεί να την πεθάνει… «Δεν έχει αγάπη μου…Πάρε ένα ποτάκι εκεί να τελειώνουμε… Να πάει και ο άνθρωπος πίσω στην δουλειά του….»
«Εσείς είστε η δουλειά μου…» την κάρφωσε ακαριαία ο Νικολάκης… «Η εξυπηρέτηση των πελατών είναι η προτεραιότητα μας…»
«Καλά σου λέει το παιδί…» συνέχισε ακάθεκτη η Δανάη… «Λοιπόν ξέρεις τι θέλω? Ένα από αυτό το κρεμ, το γλυκό, που το σερβίρουν σε ψηλό ποτήρι, που έχει και γάλα…»
«Ένα Alexander για την κυρία λοιπόν…» είπε ο Νίκος και σκύβοντας προς το μέρος της Αθηνάς συμπλήρωσε χαμηλόφωνα… «Εσύ μωρό μου, θέλεις κάτι κρεμ σε ψηλό ποτήρι ή θα το πάρεις …χύμα….» Και χαμογελώντας ευχαριστημένος , της γύρισε την πλάτη και έφυγε για να ετοιμάσει την παραγγελία τους.
«Είναι και πρόστυχο το παλιόπαιδο…» της ψιθύρισε ο Γιάννης γελώντας. «Πρόστυχος, κούκλος και έξυπνος… Λες γι’ αυτόν να έγραψε το τραγούδι η Ναταλία? Ο άντρας ο σωστός , ο έξυπνος , ο πρόστυχος, ο γοητευτικός…» της τραγούδησε στο αυτί…
«Άλλη δουλειά δεν έχεις να κάνεις από τον να κρυφακούς? Και μάλιστα με αυτήν την φασαρία? Πως σκατά τα καταφέρνεις?»
«Είμαι εκπαιδευμένος αγάπη μου… Χρόνια στο κουρμπέτι… Διαβάζω χείλια εγώ…»
«Μωρέ δεν πα' να διαβάζεις και αυτιά… Εγώ αυτόν σήμερα θα τον τελειώσω…»
«Δεν θέλω να σε απογοητεύσω αλλά θα σου κάνω μια μαντεψιά τώρα που είμαι ακόμη νηφάλιος. Ούτε μέχρι το σπίτι σου δεν θα φτάσετε… Με τα κέφια που έχει αυτός σήμερα… Σε βλέπω να κατεβαίνεις στην τουαλέτα προτού ο αλέκτωρ λαλήσει τρεις… Που έλεγε και ο… Ποιος το έλεγε μωρέ να δεις…»
«Ο Λευτέρης Πανταζής στον Παπαγάλο… Δεν ξέρω τι λες εσύ, εγώ πάντως αγάπη μου αν δεν γονατίσει στο πάτωμα να σέρνεται δεν πρόκειται ούτε το φρύδι μου να σηκώσω…»
«Μωρέ ότι θα γονατίσει θα γονατίσει… Περί αυτού δεν υπάρχει αμφιβολία… Τώρα αν εσύ θα σηκώσεις το φρύδι σου ή τίποτε άλλο… Γι’ αυτό θα μου επιτρέψεις να διατηρήσω τις αμφιβολίες μου…»
«Δεν θα συνεχίσω άλλο αυτήν την συζήτηση…» είπε η Αθηνά … Και γυρίζοντας την πλάτη στον Γιάννη που εξακολουθούσε να χαμογελά με νόημα στράφηκε στην Άννα που χάζευε γύρω της αφηρημένη.
«A penny for your thoughts… Που ταξιδεύεις?»
«Πουθενά… Σκέφτομαι απλώς πως οι περισσότεροι εδώ μέσα είναι λίγο μεγαλύτεροι από τον Αλέξανδρο… Σύντομα τον βλέπω και εκείνον εδώ… Αλήθεια τον ξέρεις αυτόν που έχει το μαγαζί?»
«Τον Γιάννη τον Μωράκη ? Πολύ καλά… Είμαστε χρόνια φίλοι από τότε που πρωτοξεκίνησε να δουλεύει στο La Notte, στην Μύκονο… Μην ανησυχείς… Όταν αρχίσει να ξεπορτίζει ο κανακάρης σου θα στον έχω εγώ υπό έλεγχο σε όλα τα μαγαζιά της πόλης… Χαρτί και καλαμάρι θα μας δίνουν την αναφορά…»
«Κάτι είναι και αυτό…» είπε η Άννα … «Που ελπίζω να αργήσει να έρθει αυτή η ώρα…»
«Τα ποτά σας…» Ο Νίκος με τα ποτήρια στο χέρι έσκυψε προς το μέρος τους. «Κερασμένα από το μαγαζί…»
«Πολύ ευγενικό εκ μέρους σας…» πετάχτηκε η Δανάη … «Ποιόν πρέπει να ευχαριστήσουμε?»
«Την φίλη σας…» απάντησε ο Νίκος γελαστά… «Τα έχει κερδίσει με την αξία της…» Και για δεύτερη φορά μέσα σε δέκα λεπτά τους γύρισε την πλάτη και έφυγε…
«Αθηνά …Που το ξέρεις το παιδί?» ρώτησε η Δανάη με γνήσια απορία…
«Πλάκα μου κάνεις σήμερα ή έχεις φάει πολλές κάμπιες και σε πείραξαν? Δεν σου είπα πως τσακωθήκαμε και του κρατάω μούτρα… Και βέβαια τον ξέρω… Από κάθε άποψη μάλιστα….»
Η Δανάη την κοίταξε άναυδη… «Εννοείς ότι εσύ και αυτός… Εννοείς δηλαδή ότι αυτό είναι ο… φίλος σου? Ωχ… Μαλακία έκανα ε? Αλλά που να πάει το μυαλό μου ρε Αθηνά… Αυτό… Αυτός τέλος πάντων είναι παιδάκι…»
«Σιγά καλέ το ανήλικο…. Μην τον φοβάσαι αυτόν… Ξέρει και το πάει καλά το γράμμα..»
«Αλήθεια λέει…» πετάχτηκε ο Γιάννης … «Να δεις μια γλώσσα που ‘χει… Με την καλή την έννοια…»
«Sorry, sorry…" είπε η Δανάη ρουφόντας νευρικά μια γουλιά από το ποτό της..." Δεν ξαναμιλάω άλλο… Απαπα… Θα βρω και τον μπελά μου τελικά… Θα πιω ωραία και ήσυχα το ποτό μου, και δεν θα με ξανακούσετε μέχρι να φύγουμε… Άσε που για να μιλήσεις εδώ μέσα πρέπει να πάθεις λαρυγγίτιδα…»
«Καλέ… Που πάει ο δικός σου? Φεύγει?» Ο Γιάννης την σκουντούσε πιτσιλώντας ταυτοχρόνως το Armani της με Μαργαρίτα. Η Αθηνά γύρισε και είδε τον Νίκο να βγαίνει από την μπάρα και να κατευθύνεται προς το μέρος μια μελαχρινής πιτσιρίκας που καθόταν μόνη της σε μια άκρη του μπαρ.
«Να αυτή είναι που σου είπα… Τον τριγυρίζει όλο το βράδυ σαν πιράνχας… Αν συνεχίσεις να κρατάς τουπέ… Μας βλέπω να την χάνουμε την μάχη…»
«Σιγά μην χάσω εγώ την μάχη από αυτό το νιάνιαρο… Πόλεμο θέλει το χρυσό μου? Πόλεμο θα έχει… Και εγώ άμα θέλω γίνομαι Ζίνα…»
«The warrior princess ή Πέγκυ?» χαχάνισε ο Γιάννης… «Βλέπω την βραδιά να εξελίσσεται σε θρίλερ… «Παρακαλώ…. Μια Μαργαρίτα ακόμη…» φώναξε στον νεαρό που αντικαθιστούσε τον Νίκο… «Και σβέλτα…»
Η Αθηνά κοίταξε γύρω της διερευνητικά… Τα πράγματα δεν ήταν πολύ εύκολα σε ένα μαγαζί γεμάτο σχεδόν ανήλικα, πράγματι, αλλά … το καλό το παλικάρι ξέρει κι άλλο μονοπάτι… Έβγαλε το κινητό της από την τσάντα της και κατευθύνθηκε προς την έξοδο για να μπορέσει να μιλήσει με ησυχία.
«Μάνο… Η Αθηνά είμαι… Πόσες χάρες μου χρωστάς? Ήρθε η ώρα να τις ξοφλήσεις… Είμαι στο Guzel και θέλω να την σπάσω στο δικό μου… Επειγόντως… Πόσο γρήγορα μπορείς να είσαι εδώ? Είσαι θεός μωρό μου… Δεν χρειάζεται να σου πω τι πρέπει να κάνεις… Αυτοσχεδίασε… Θα είμαι στο μπαρ…» Ο Μάνος Θεοδώρου, παιδικός της φίλος είχε υπάρξει από τους ωραιότερους άντρες στην Αθήνα. Ακόμη και σήμερα, στα σαράντα δύο του εξακολουθούσε να είναι απίστευτα γοητευτικός ενώ η τεράστια περιουσία που είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του τον βοηθούσε να διατηρεί ένα στυλ που άφηνε ελάχιστες γυναίκες ασυγκίνητες…
Η Αθηνά επέστρεψε στο μπαρ χαμογελώντας… «Κοίτα να μαθαίνεις…» ψιθύρισε στον Γιάννη και θρονιάστηκε στο σκαμπό της. Έριξε μια ματιά στην άλλη άκρη του μπαρ και ένοιωσε το αίμα να της ανεβαίνει στο κεφάλι… Ο Νίκος είχε πιάσει την πιτσιρίκα αγκαλιά και της μουρμούριζε στο αυτί χαμογελώντας. Για δευτερόλεπτα σήκωσε το βλέμμα του και τα μάτια του καρφώθηκαν στα δικά της κοροϊδευτικά… «Καλάαααα…» σκέφτηκε η Αθηνά… «Περίμενε μαλακισμένο και θα σε φτιάξω εγώ…»
Εντωμεταξύ ένας πιτσιρικάς, δεν θα ήταν πάνω από δεκαοκτώ πλησίασε την Δανάη χαμογελώντας…
«Καλησπέρα…»
«Καλησπέρα…»
«Να καθίσω λίγο δίπλα σας?»
«Και δεν κάθεσαι… Τώρα που βρήκες άδειο σκαμπό εκμεταλλεύσου το…» γέλασε η Δανάη.
«Έρχεστε συχνά εδώ? Γιατί δεν σας έχω ξαναδεί… Θα σας είχα προσέξει σίγουρα…»
«Όχι, πρώτη φορά έρχομαι…» Η Δανάη αναρωτήθηκε τι μπορεί να ήθελε ο νεαρός… Πολύ ευγενικό παιδί φαινόταν, με τον πληθυντικό του και με τα όλα του…
«Καπνίζετε?» της πρόσφερε ένα πακέτο Marlboro…
«Όχι ευχαριστώ… …»
«Δεν καπνίζετε, δεν πίνετε και πολύ απ’ ότι βλέπω… Τι άλλο δεν κάνετε?» ο νεαρός έσκυψε περισσότερο προς το μέρος της … Που να ακούσει κι αυτός μέσα στην φασαρία… σκέφτηκε η Δανάη… Πως διασκεδάζουν και αυτά τα παιδιά…
«Νομίζω πως γενικά κάνω ένα σωρό πράγματα….» του απάντησε… «Εσύ ας πούμε με τι ασχολείσαι?»
«Εγώ , αν θέλεις μπορώ να ασχοληθώ μαζί σου σήμερα το βράδυ..»
Η Δανάη τον κοίταξε μπερδεμένη… «Συγγνώμη αλλά δεν κατάλαβα… Τι εννοείς να ασχοληθείς μαζί μου?»
«Συνήθως δεν πάω με τόσο μεγαλύτερες γυναίκες» της απάντησε ο πιτσιρικάς στην ψύχρα, «αλλά για σένα θα κάνω μια εξαίρεση… Άλλωστε ξέρεις τι λένε… Ο καλός ο μύλος όλα τα αλέθει…»
Τα όσα επακολούθησαν θύμιζαν ταινία του Αλμοδοβάρ. Η Δανάη γούρλωσε τα μάτια της άναυδη και προτού καταλάβει κανείς οτιδήποτε άρπαξε την τσάντα της, μια ασήκωτη μαύρη Prada μέσα στη οποία κουβαλούσε χίλια πράγματα και την κοπάνησε στο κεφάλι του πιτσιρικά ο οποίος δεν πρόλαβε να φυλαχτεί και είδε αστεράκια… Μέχρι να καταλάβουν οι υπόλοιποι τι είχε συμβεί του είχε ρίξει τουλάχιστον δύο τσαντιές ακόμη ενώ η φωνή της κόντεψε να σκεπάσει ακόμη και την εκκωφαντική μουσική…
«Να πας να … αλέσεις αλλού… Κωλόπαιδο! Ε, κωλόπαιδο!»
Πέσανε όλοι επάνω της να σώσουν τον πιτσιρικά που προτίμησε να φύγει τρέχοντας όσο ήταν καιρός με τον φόβο της μαύρης Prada να κρέμεται πάνω από το κεφάλι του στην κυριολεξία..
«Τι έπαθες παιδάκι μου και τον σακάτεψες τον χριστιανό?»
«Μα δεν άκουσες τι μου είπε? Που ήθελε να με… αλέσει… Ένα ξένο κωλόπαιδο, ξαφνικά… Έχω τέτοια σύγχυση αυτή την στιγμή που αν δεν φύγω τώρα θα αρχίσω να σε κοπανάω και εσένα με την τσάντα… Τι ήθελα και σε άκουσα… Αφού τα ξέρω…»
«Κάτσε ρε παιδάκι μου… Δεν σου είπε και τίποτα ο άνθρωπος… Και στην τελική, κομπλιμέντο σου έκανε… Του άρεσες του παιδιού…»
«Αν εσύ θεωρείς κομπλιμέντο να σου λένε άσχετοι πιτσιρικάδες πως θέλουν να σε … αλέσουν νυχτιάτικα , τότε, τι να σου πω… Είσαι βαθιά διαταραγμένη… Εγώ πάντως θα φύγω τώρα και θα προσπαθήσω να ξεχάσω την σημερινή βραδιά… Για πάντα…»
«Άσε Αθηνούλα… Θα πάω εγώ μαζί της..» είπε η Άννα που ακόμη προσπαθούσε να συνέλθει από το σοκ… Η φίλη τους, που δεν την είχε ικανή να πειράξει ούτε μυρμήγκι, είχε τουλουμιάσει ένα πιτσιρικά μέσα σε ένα μαγαζί γεμάτο κόσμο και τον είχε τρέψει σε άτακτη φυγή…. «Θα έφευγα έτσι κι αλλιώς… Έχω νυστάξει… θα πάρουμε μαζί ένα ταξί και θα τα πούμε το πρωί.. Εντάξει?»
«Εντάξει… Τι να πω… Να την προσέχεις … Μην δείρει και τον ταξιτζή…»
Η Άννα έπιασε την Δανάη που έβραζε ακόμη από τον θυμό της από το μπράτσο και κατευθύνθηκαν προς την έξοδο…
«Ελπίζω να έχει προλάβει να απομακρυνθεί ο συφοριασμένος γιατί τον βλέπω να τρώει και τις υπόλοιπες…» της είπε ο Γιάννης. «Πάντως θεά η δικιά σου… Δεν μάσησε καθόλου… Και την είχα για πιο cool τύπο…»
«Κάτι μου λέει πως έχασα το καλύτερο…» Ο Μάνος που δεν τον είχε δει να έρχεται μέσα στην αναμπουμπούλα, έσκυψε πάνω από τον ώμο της και κόλλησε τα χείλια του στον λαιμό της. «Είδα την Άννα έξω και μου τα είπε στα γρήγορα… Προσπαθούσε να βάλει την Δανάη σε ένα ταξί…» Κάθισε στο σκαμπό δίπλα της και έγνεψε στον Γιάννη… «Τι έγινε? Κρατάς παρέα στο κορίτσι μας?»
«Αυτό είναι το δράμα μου… Όλο παρέα σε κορίτσια κρατάω… Από αγόρια τίποτα… Έχει πέσει δάκος…»
«Δεν βαριέσαι Γιαννάκη μου, θα έρθει η ώρα που θα βρεθεί εκείνος που θα εκτιμήσει τον ψυχικό σου κόσμο…» είπε ο Μάνος κοιτάζοντας γύρω του.
«Βρε ποιος τον χέζει τον ψυχικό μου κόσμο… Μπορεί να βρεθεί ένας να εκτιμήσει το κορμί μου προς το παρόν? Και μετά έχει ο Θεός…»
Ο Μάνος έγνεψε γελώντας στον μπάρμαν… «Ένα γύρο ακόμη για τον κύριο και την κυρία και ένα μαύρο Johnny με πάγο για μένα..»
«Και σβέλτα…» συμπλήρωσε ο Γιάννης σκασμένος στα γέλια…
«Για πες λοιπόν μωρό μου…» της ψιθύρισε ο Μάνος στο αυτί της Αθηνάς βάζοντας ταυτόχρονα το χέρι του πάνω στο πόδι της… «Ποιόν έχεις βαλθεί να στείλεις σήμερα? Ελπίζω να αξίζει τον κόπο που κάλεσες το ιππικό…» Και με αυτά τα λόγια την τράβηξε ακόμη πιο κοντά του και την ξαναφίλησε στον λαιμό πνίγοντας ένα χαχανητό…
«Καλά, έχει καρφωθεί όσο δεν φαντάζεσαι… Μόνο που δεν την έχει σπρώξει στην άκρη την πιτσιρίκα για να μην του κόβει την θέα…» είπε ο Γιάννης. «Αν συνεχίστε έτσι τον βλέπω να έρχεται εδώ και να γίνεται χαμός…»
«Αν συνεχίσουμε έτσι?» Ο Μάνος έχωσε το ένα του χέρι κάτω από την φούστα της Αθηνάς ενώ με το άλλο την τραβούσε προς το μέρος του δίνοντας της ένα ρουφηχτό φιλί στο στόμα…
«Αυτό το παιχνιδάκι το παίζουμε από τα δεκαπέντε μας» συμπλήρωσε η Αθηνά τυλίγοντας τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του… «Έχουμε στείλει κόσμο εμείς έτσι… Είμαστε πρωταθλητές…»
«Εδώ εγώ που ξέρω πως κάνετε πλάκα και κοντεύω να καυλώσω… Ή μήπως δεν κάνετε πλάκα… Πάω να ρίξω λίγο νερό στην μούρη μου γιατί έχουν αρχίσει και με πιάνουν οι Μαργαρίτες.. Προσπαθήστε να μην το κάνετε πάνω στην μπάρα…Αυτός δε… Καλά….Έχει λυσσάξει..» Ο Γιάννης απομακρύνθηκε κουνιστός και λυγιστός και περνώντας μπροστά από τον Νίκο ανασήκωσε το φρύδι του… «Ουπς!» του ψιθύρισε…
Ο Μάνος αγκάλιασε την Αθηνά σφιχτά και την τράβηξε επάνω του.. «Έτοιμη για την τελική?» την ρώτησε δίνοντας ένα ακόμη φιλί ? «Σαν έτοιμη από καιρό…» του ψιθύρισε εκείνη και τον χάιδεψε απαλά … Άφησαν να περάσουν μερικά λεπτά, φιλήθηκαν λίγο ακόμα, και μετά σηκώθηκαν αγκαλιασμένοι και κατευθύνθηκαν προς την σκάλα που οδηγούσε στην τουαλέτα. Η κυρία Μαρία που στεκόταν σαν κέρβερος μπροστά από τις τουαλέτες , ακριβώς για να αποφεύγονται τέτοιου είδους φάσεις κατέβασε το περιοδικό που διάβαζε και τους κοίταξε αυστηρά… «Τι σκαρώνετε πάλι εσείς οι δύο?» Τους ήξερε χρόνια.. Από τότε που δούλευε στα Εννιάρια και τις Μούσες και αργότερα στο Mayar τους είχε δει να μεγαλώνουν, πάντα αυτοκόλλητοι, και ήξερε πολύ καλά τι ετοιμαζόντουσαν να κάνουν…
«Έλα κυρά Μαρία… είναι για καλό σκοπό…» της είπε ο Μάνος γελώντας… «Που να πάμε? Στις αντρικές ή στις γυναικείες?»
«Έχετε χάρη που σας ξέρω τόσα χρόνια… Τι έγινε, με τον Νικολάκη τα έχετε βάλει σήμερα? Αν και εδώ που τα λέμε… Του χρειάζεται ένα μαθηματάκι γιατί το έχει καβαλήσει λίγο το καλάμι… Στις αντρικές είναι μόνο ο δικός σας, προς το παρόν… Ο Γιάννης…Ότι κάνετε όμως κάντε το γρήγορα γιατί δεν θα μείνουν άδειες για πολύ… Μην βρω και τον μπελά μου….»
Ο Μάνος έσκασε ένα φιλί στην κυρία Μαρία και τράβηξε την Αθηνά μέσα στην τουαλέτα… Κλείστηκαν στην πρώτη αδειανή και περίμεναν… Όχι για πολύ…Δεν είχαν περάσει δύο λεπτά και….
«Μέσα είναι?»
«Τι λες παιδάκι μου? Ποιος να είναι μέσα?» έκανε την άσχετη η δικιά τους…
«Ξέρεις τι λέω κυρά Μαρία…. Τους είδα που κατέβαιναν… Πες μου που είναι γιατί θα αρχίσω να χτυπάω τις πόρτες… Θα το σπάσω το μπουρδέλο… Λέγε..»
«Δεν ξέρω τι λες παιδάκι μου…» συνέχισε το παραμύθι η κυρά Μαρία, τύφλα να’ χει η Κατίνα Παξινού… «Ποιόν ψάχνεις?»
Εκείνη την στιγμή βγήκε από την τουαλέτα ο Γιάννης …
«Εσύ!…» τον βούτηξε ο Νίκος απ΄ τον γιακά… « Που είναι λέγε… Λέγε που είναι η κολλητή σου γιατί θα πληρώσεις εσύ τα γαμισιάτικα… Μέσα είναι? Πηδιέται με εκείνον τον χλέχλέ?»
«Χλεχλές ε? Τώρα θα δει το κωλόπαιδο…» ψιθύρισε ο Μάνος μέσα στην τουαλέτα στην Αθηνά που προσπαθούσε να κρατήσει τα γέλια της με το ζόρι… Άφησε ένα μακρόσυρτο βογκητό να βγει από τα χείλη του και μετά…. «Μωρό μου…. Με τρελαίνεις…»
Αυτό ήταν… Ο Νίκος έδωσε μια σπρωξιά στον Γιάννη που κόντεψε να σωριαστεί φαρδύς πλατύς στο πάτωμα και χίμηξε μαινόμενος στις ανδρικές τουαλέτες…
«Βγες έξω τώρα!» ούρλιαξε κοπανώντας την πόρτα… «Βγες έξω τώρα γιατί και ‘γω δεν ξέρω τι θα κάνω… Ακούς! Άμα τον πιάσω τον μαλάκα στα χέρια μου θα τον σκίσω…. Και σένα μαζί… Βγες έξω!!!!»
«Σιγά καλέ … Ούτε ο Φούντας δεν έκανε έτσι στην Στέλλα» ακούστηκε η μισομεθυσμένη φωνή του Γιάννη…
«Εσύ φύγε γιατί θα αρπάξεις κανένα μπουκέτο και θα τελειώσεις …» βρυχήθηκε ο Νίκος… «Αθηνά! Βγες έξω ρε γαμώτο…. Αφού το ξέρω ότι είσαι εκεί…» Κλώτσησε ξανά την πόρτα με δύναμη…
«Νίκο φύγε!» ακούστηκε η κυρία Μαρία… «Θα φωνάξω τα παιδιά από πάνω…»
«Βρε δεν πα να φωνάξεις και τα ΜΑΤ!!! Εγώ άμα δεν βγουν έξω δεν φεύγω…. Αθηνά!!!» ξανακοπάνησε την πόρτα… «Βγες έξω γαμώ την παναγία μου !!!! Τι θέλεις να κάνω δηλαδή? Να τα σπάσω όλα εδώ μέσα?»
Ο ξερός ήχος της κλειδαριάς που άνοιγε ακούστηκε σχεδόν σαν πιστολιά . Ο Νίκος πετάχτηκε σαν ελατήριο . άνοιξε την πόρτα με δύναμη και έμεινε σαν στήλη άλατος… Ο Μάνος καθόταν ατάραχος στην λεκάνη και έπαιζε με το κινητό του ενώ η Αθηνά, ντυμένη στην τρίχα τον κοίταζε με τα μάτια της να τρέχουν δάκρια από τα γέλια…
«Μωρό μου… Με τρελαίνεις…» είπε ο Μάνος με βαθιά φωνή κοιτώντας τον στα μάτια και μετά σηκώθηκε, έβαλε το κινητό στην τσέπη του , διόρθωσε λίγο τα μαλλιά του στον καθρέφτη και βγήκε από την τουαλέτα αφήνοντας τον άναυδο…
«Πάμε για ένα ακόμη ποτάκι?» ρώτησε τον Γιάννη και ανέβηκαν τις σκάλες γελώντας…
«Γιατί ρε μαλακισμένο το έκανες αυτό?» ο Νίκος βούτηξε έξαλλος την Αθηνά και την κόλλησε στον τοίχο…
«Εσύ , αν θυμάμαι καλά , ήσουν αυτός που τριβόταν όλο το βράδυ πάνω σε μια πιτσιρίκα» του απάντησε εκείνη … «Εγώ είπα να σου δώσω… a taste of your own medicine…»
Ο Νίκος την σήκωσε σχεδόν στον αέρα και την έβαλε πάλι μέσα στην τουαλέτα από την οποία είχε μόλις βγει… Κρατώντας την κολλημένη στον τοίχο, με το ένα του χέρι της ανέβασε την φούστα και ταυτόχρονα άνοιξε το φερμουάρ του παντελονιού του…
«Θα δεις εγώ τι έχω να σου δώσω μωρό μου …» μουρμούρισε μέσα από τα δόντια του τρέμοντας ακόμη από οργή και μπήκε μέσα της με δύναμη…
«Παιδιά…Τόσα χρόνια και μυαλό δεν βάζουν ….» είπε η κυρία Μαρία κουνώντας το κεφάλι της αποδοκιμαστικά και βγάζοντας το περιοδικό της από το συρτάρι , συνέχισε να διαβάζει….
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιβλίο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιβλίο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Πέμπτη, Απριλίου 12, 2007
Δευτέρα, Απριλίου 02, 2007
Αλέξανδρος
Ο Αλέξανδρος κοίταξε το χαρτάκι που κρατούσε στην χούφτα του και με μια αποφασιστική κίνηση το τσαλάκωσε και το έριξε στην τσέπη του. «Μαλακίες..» σκέφτηκε… « Έχει δίκιο ο Βασίλης γαμώτο… Να δεις που δεν θα έρθει η βλαμμένη και τζάμπα περιμένω τόση ώρα…Άσε που αν καταλάβει η μάνα μου πως έκανα κοπάνα θα με σκίσει…Γαμώτο , γαμώτο, γαμώτο…» Στηρίχτηκε με την πλάτη στον τοίχο και ισορροπώντας την τσάντα του και την μπάλα του basket στο ένα χέρι, προσπάθησε να δει το ρολόι του. Δύσκολο πράγμα μια που τα μακριά μανίκια του φούτερ του σκέπαζαν ακόμη και τα δαχτυλίδια που συνήθιζε να φοράει τελευταία… Τελικά με μια απότομη κίνηση τα κατάφερε. « Τέσσερις.. Γαμώτο… Που είναι τόση ώρα? Στις πέντε πρέπει να έχω γυρίσει σπίτι…Λες να μου έκανε πλάκα και τώρα να γελάει πουθενά με τις φίλες της? Αν είναι τόσο μαλακισμένη…» Με το αριστερό του πόδι άρχισε να σκαλίζει μηχανικά το χώμα μπροστά του φτιάχνοντας ένα ερωτηματικό. Του άρεσε πολύ η Τίνα γαμώτο…Του άρεσε που ήταν έτσι λεπτούλα και μικροκαμωμένη με ένα μικρό προσωπάκι γεμάτο φακίδες και ξανθά μακριά μαλλιά. Μπορεί να μην ήταν η καλλονή της τάξης, δεν ήταν εντυπωσιακή σαν την Φαίη που κυκλοφορούσε και τα αγόρια γούρλωναν τα μάτια, αλλά εκείνου του άρεσε πολύ. Του άρεσε με έναν απλό, σίγουρο τρόπο. Θα μπορούσε να της λέει αστεία όλη μέρα για να την κάνει να γελάει, αν κατάφερνε δηλαδή να μην τραυλίσει ή να μην κοκκινίσει, θα του άρεσε να περπατάνε πλάι πλάι και της κρατάει την τσάντα ή ακόμη καλύτερα το χέρι…Θα μπορούσε ακόμη και να της ζητήσει να πάνε σινεμά. Σε ότι ταινία ήθελε εκείνη, ακόμη και αν ήταν κανένα αισθηματικό σίχαμα από αυτά που λατρεύουν τα κορίτσια. Ναι, θα μπορούσε να το δει το σίχαμα άνετα αν επρόκειτο να κάθεται δίπλα στην Τίνα για δύο ολόκληρες ώρες… Άνετα… Θα μπορούσε να βλέπει ένα σίχαμα κάθε βδομάδα για αυτόν τον λόγο. Ακόμη και κάθε μέρα…Μάλλον…Αρκεί να ερχόταν… Όμως ή ώρα περνούσε και εκείνη ήταν άφαντη. Να δεις που τελικά είχε δίκιο ο γκαντέμης ο Βασίλης. Πλάκα ήτανε…Όταν του έδειξε το σημείωμα που είχε βρει μέσα στο βιβλίο των Αγγλικών του γυρνώντας από το διάλειμμα, ο Βασίλης το είχε κοιτάξει για λίγο προσεκτικά, όλο υποψία και του είχε πει πολύ σοβαρά πως κάποιος του έκανε πλάκα. « Πλάκα είναι ρε μαλάκα, δεν το βλέπεις? Κοριτσίστικο σημείωμα χωρίς καρδούλες και λουλουδάκια? Πλάκα είναι σίγουρα. Σιγά μην της αρέσεις και ακόμη και αν της αρέσεις , σιγά μην σου έστελνε σημείωμα εκείνη… Αφού στο έχω πει τόσες φορές…Στα κορίτσια αρέσει να κάνεις εσύ την πρώτη κίνηση…» Ο Βασίλης ήξερε σίγουρα περισσότερα πράγματα για τα κορίτσια. Καταρχάς γιατί είχε αδερφή και μάλιστα μεγαλύτερη. Άρα είχε μεγαλώσει παρατηρώντας και την Όλγα, έτσι την έλεγαν την αδερφή του, και τις φίλες της. Μάλιστα δεν έχανε ευκαιρία να το παίζει ειδήμων … « Γυναίκες…έλεγε κάθε τόσο με περισπούδαστο ύφος…Ακούστε με και μένα που ξέρω…Πότε έτσι, πότε γιουβέτσι…» Ο Αλέξανδρος δεν τον έπαιρνε βέβαια πολύ στα σοβαρά γιατί δεν μπορούσε , δεν ήθελε μάλλον να πιστέψει πως ήταν όλα τα κορίτσια πότε έτσι πότε γιουβέτσι. Μπορεί αυτό να ίσχυε για την Φαίη και τις κολλητές της που ήταν όλο τουπέ και χάχανα και μιλούσαν στα αγόρια όταν ήθελαν κάτι, όπως να αντιγράψουν στα μαθηματικά ας πούμε, και μετά έκαναν πως δεν τους ήξεραν…Και χαζογελούσαν σαν τις ηλίθιες όταν έβλεπαν αγόρια της τρίτης λυκείου…Που σιγά…Όρεξη τις είχαν τις βλαμμένες οι μεγάλοι…Ή μήπως όχι? Ούτε κι αυτός δεν ήξερε πια…Μετά το σημερινό, αν ο Βασίλης έβγαινε αληθινός, μάλλον έπρεπε να αλλάξει θεωρίες. Αλλά δεν μπορεί ρε γαμώτο… Η Τίνα δεν μπορούσε να είναι έτσι. Δεν μπορεί να είχε πέσει τόσο έξω…Και ήταν τόσο γλυκό το σημείωμα της, αν ήταν τελικά δικό της δηλαδή… Ένα απλό , άσπρο χαρτάκι και δέκα λέξεις όλες κι όλες.. « Στην γωνία του σχολείου στις 3.30. Ελπίζω να έρθεις. Θέλω πολύ να έρθεις. Τίνα» Αυτά. Ούτε καρδούλες ούτε λουλούδια και του άρεσε πολύ που ήταν έτσι απλό. Όπως και εκείνη. Που ήταν απλή και χαριτωμένη και που του μίλαγε πάντα και όχι για χάρες. Έτσι στο άσχετο. Μια φορά μάλιστα , πριν από δυο βδομάδες του είχε δώσει και το λεύκωμα της για να γράψει, αλλά κώλωσε σαν μαλάκας και της το έδωσε πίσω τραυλίζοντας μια χαζή δικαιολογία. Ήταν μπροστά ο Βασίλης και ο Λεωνίδας και δεν γούσταρε να ακούει όλη την υπόλοιπη ημέρα τις κοροϊδίες τους. Μπορούσε να φανταστεί τις φαρμακερές μπηχτές να πέφτουν η μία πίσω από την άλλη… « Τι είναι αγάπη? Αγάπη είναι να σε αφήνει να της πιάνεις τον κώλο στο σινεμά…Χα χα χα.» « Ποιο είναι το αγαπημένο σου συγκρότημα? Οι Hi Five φυσικά….» ‘Όχι, να του έλειπε…Αρκετή καζούρα θα άκουγε έτσι κι αλλιώς από σήμερα αν το σημείωμα ήταν όντως πλάκα…Που απ’ ότι έδειχναν τα πράγματα, πλάκα ήταν και μάλιστα χοντρή. Γαμώτο, γαμώτο , γαμώτο. Είχε πει την απαγορευμένη λέξη από γάμα πάνω από πενήντα φορές σήμερα , από μέσα του φυσικά. Αν μπορούσε η μητέρα του να τον ακούσει θα τρελαινόταν…Είχε κόλλημα με τις απαγορευμένες λέξεις που άρχιζαν από διάφορα γράμματα…Σιγά το πράγμα …Είχε μεγαλώσει πια, δεν μπορούσε να το καταλάβει…Αυτή νόμιζε πως ήταν ακόμη το «λουκουμάκι» της όπως συνήθιζε να τον λέει όταν ήταν μικρός. Άκου λουκουμάκι… Να την ακούσει και κανείς και να μην ξέρει που να σταθεί… Εκεί να δεις καζούρα…Απαπά…Κομμένα τα λουκουμάκια και τα φιλιά και οι αγκαλιές…Όχι πως δεν του έλειπαν.. Του έλειπαν και πολύ μάλιστα, αλλά απέφευγε να το παραδεχτεί και στον ίδιο του τον εαυτό. Καμιά φορά που την έβλεπε να στέκεται στην πόρτα του δωματίου του και να τον κοιτάζει με αυτό το λυπημένο ύφος , όταν νόμιζε πως κοιμάται, ήθελε να πεταχτεί από το κρεβάτι του και να την αγκαλιάσει σφιχτά και να της φωνάξει πόσο πολύ την αγαπάει. Και εκείνη να του απαντήσει πως εκείνη δεν τον αγαπάει. Τον λατρεύει. Και να τον πνίξει στα φιλιά. Να παίξουν το παιχνίδι τους. Αλλά μια φωνή μέσα του του έλεγε πως έχει μεγαλώσει πια και αυτά τα παιχνίδια είναι για τα μωρά και τα μαμμόθρεφτα. Και έτσι έκανε πως αλλάζει πλευρό και εκείνη έφευγε βιαστικά για να μην τον ξυπνήσει. Γαμώτο, γαμώτο, γαμώτο…Σήμερα, τώρα, που η καρδιά του ήταν βαριά σαν πέτρα από την απογοήτευση και τι δεν θα ‘δινε να ήταν πάλι το λουκουμάκι. Να χωνόταν στην αγκαλιά της μαμάς του και να ξεχάσει τα πάντα…Κλώτσησε λίγο χώμα ακόμη και μάζεψε από κάτω την τσάντα της γυμναστικής. Δεν θα περίμενε άλλο. Τέρμα. Το σημείωμα ήταν πλάκα και αυτός ήταν μαλάκας με περικεφαλαία. Και το χειρότερο από όλα ήταν πως ο Βασίλης είχε δίκιο. Τα κορίτσια ήταν πότε έτσι πότε γιουβέτσι. Όλα. Ακόμη και η Τίνα. Μπορεί ακόμη και η μαμά του. Με το κεφάλι κατεβασμένο πήρε τον δρόμο για το σπίτι του. Γαμώτο , γαμώτο, γαμώτο.
Τετάρτη, Μαρτίου 28, 2007
Κώστας
Στο δικηγορικό γραφείο του Κώστα Πετρόπουλου επικρατούσε από το πρωί πανικός. Η International Vacations , πρώτη σε μέγεθος τουριστική εταιρία στην Ελλάδα και μια από τις μεγαλύτερες στην Ευρώπη, μετά από μήνες σκληρών διαπραγματεύσεων είχε αποφασίσει να αγοράσει μια τεράστια έκταση στην Χαλκιδική για να δημιουργήσει εκεί μια ξενοδοχειακή μονάδα πολλών αστέρων. Ο Κώστας , που το γραφείο του εκπροσωπούσε αποκλειστικά τα συμφέροντα της εταιρίας, είχε αναλάβει όλα τα νομικά θέματα από την πρώτη μέρα και σήμερα, δέκα μήνες αργότερα, τα συμβόλαια είχαν επιτέλους υπογραφεί. Στην μεγάλη αίθουσα συσκέψεων στον πρώτο όροφο του κτηρίου, ο Κώστας έσφιξε το χέρι του Πέτρου Παππά, διευθύνοντα σύμβουλου της International Vacations και τον συνόδεψε μέχρι την έξοδο.
-Και πάλι συγχαρητήρια Πέτρο. Τελικά πρέπει να παραδεχτείς πως άξιζε τον κόπο η ταλαιπωρία τόσων μηνών…
-Τα συγχαρητήρια αξίζουν σε σένα Κώστα. Το γραφείο σου αποδείχτηκε για μια ακόμη φορά πολύτιμος σύμμαχος. Αυτό είναι ένα μικρό δείγμα της εκτίμησης μας στο πρόσωπο σου. Τα υπόλοιπα θα τα πούμε από αύριο. Σήμερα νομίζω πως μπορούμε να πάρουμε την υπόλοιπη ημέρα off . Όλοι μας.
Με αυτά τα λόγια ο Παππάς του έδωσε έναν φάκελο και μπήκε βιαστικά στην Mercedes που τον περίμενε με την μηχανή αναμμένη.
Ο Κώστας κοίταξε εξεταστικά τον φάκελο. Ήταν μακρόστενος, από βαρύ, ακριβό κρεμ χαρτί και στην επάνω δεξιά πλευρά του ξεχώριζαν ανάγλυφα τα αρχικά ΠΠ. Τον ζύγισε μηχανικά στην παλάμη του και τον έβαλε στην τσέπη του σακακιού του χωρίς να τον ανοίξει. Τα μάτια του καρφώθηκαν στην μπρούτζινη , διακριτική πινακίδα της εισόδου.
« Κώστας Πετρόπουλος και Συνεργάτες». Έτσι απλά. Αυτή η πινακίδα, τόσο απλή και διακριτική έκρυβε τα όνειρα μιας ζωής που είχαν πραγματοποιηθεί σχεδόν ανέλπιστα. Μάλιστα κάθε φορά που την κοίταζε δεν μπορούσε να συγκρατήσει έναν αναστεναγμό. Ήταν η γυναίκα του η Άννα που είχε επιμείνει στην διακριτικότητα. Και εκείνος την είχε ακούσει, όπως την άκουγε πάντα σε τέτοια θέματα. Η Άννα ήξερε πάντα τι ταίριαζε σε κάθε περίσταση. Εκείνος αν μπορούσε θα σήκωνε μια φωτεινή επιγραφή από ‘δω μέχρι τον ουρανό. Με τεράστια γράμματα και φώτα neon που θα έμεναν αναμμένα 24 ώρες το 24ώρο. ΕΦΤΑΣΑ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ θα εννοούσε η επιγραφή, άσχετα από το τι θα έγραφε…Όμως η αλήθεια είναι πως η Άννα είχε δίκιο. Η σεμνή μπρούτζινη ταμπέλα της εισόδου αντικατόπτριζε την καινούρια του εικόνα με απόλυτη ακρίβεια. Ήταν λιτή, πολυτελής και χαμηλών τόνων. Ακριβώς όπως η καινούρια του ζωή που τόσο είχε πασχίσει να την φτιάξει. Όταν ξεκίναγε από το χωριό του , το Κουφόβουνο, λίγο πιο έξω από το Διδυμότειχο, το μόνο που του περίσσευε ήταν όνειρα. Με όπλο αυτά τα όνειρα και ένα λυσσασμένο πείσμα που τον χαρακτήριζε από μικρό παιδάκι, είχε καταφέρει να υπερπηδήσει όλα τα εμπόδια και να περάσει από τους πρώτους στην Νομική της Αθήνας. Και ήταν τόσο πολλά αυτά τα εμπόδια… Μέχρι σήμερα , κάθε Σεπτέμβριο που άκουγε στις ειδήσεις για παιδιά από ξεχασμένα χωριά που πρώτευαν στις εισαγωγικές στα πανεπιστήμια ένοιωθε την καρδιά του να φουσκώνει από περηφάνια ανάμεικτη με οργή. Γιατί ήξερε καλά πόσο είχε χρειαστεί να παλέψει, καθένα από αυτά τα παιδιά για να κερδίσει αυτή την πολυπόθητη θέση. Δεν είναι μόνο η φτώχεια, όπως πιστεύουν οι πολλοί. Την φτώχεια την συνηθίζεις. Είναι η μιζέρια, τα μικρά όνειρα των ανθρώπων, η έλλειψη κάθε βοήθειας, οι συμμαθητές που σε κοροϊδεύουν, οι φίλοι που δεν μοιράζονται τους στόχους σου, οι κοπέλες που ελπίζουν μόνο να παντρευτούν. Είναι η νοοτροπία του λίγου που σε τραβάει πίσω σαν πέτρα και σε κάνει ικανό για τα πάντα προκειμένου να προχωρήσεις λίγα βήματα πιο κει. Ο Κώστας είχε φύγει από το χωριό του δεκαοχτώ χρονών και δεν είχε ξαναγυρίσει ποτέ. Είχε δουλέψει σερβιτόρος σε ταβέρνα, είχε φορτώσει αμέτρητα καφάσια στην λαχαναγορά, είχε μελετήσει ατέλειωτες ώρες χωρίς φως , όταν δεν είχε λεφτά να πληρώσει την ΔΕΗ και του το κόβανε, είχε πεινάσει στην κυριολεξία, αλλά τα είχε καταφέρει. Τελείωσε πρώτος στο έτος του και η ζωή είχε τελικά αποφασίσει να του χαμογελάσει. Με όπλο το θράσος που δεν του έλειψε ποτέ είχε χτυπήσει τη πόρτα του δικηγορικού γραφείου του Παναγιώτη Μαγκανά, του καλύτερου δικηγόρου αστικών υποθέσεων της Αθήνας, και του είχε ζητήσει να κάνει την άσκηση του εκεί. Ο Μαγκανάς δέχτηκε και τα υπόλοιπα ανήκουν στην ιστορία…Πολλά χρόνια αργότερα όταν αποφάσιζε να ανοίξει δικό του γραφείο παίρνοντας μαζί του και μερικούς από τους καλύτερους πελάτες του, ο Μαγκανάς του θύμισε εκείνη την πρώτη ημέρα. « Το ήξερα από την πρώτη ημέρα που ήρθες στο γραφείο μου πως θα τελειώναμε έτσι» του είχε πει με ένα παράξενο χαμόγελο. « Αλλά αυτό δεν άλλαζε το γεγονός πως ήσουν ο καλύτερος που είχα συναντήσει. Ήξερα πως κάποτε θα έφευγες, είχα απλά μέχρι τέλους την ελπίδα πως θα το έκανες σαν κύριος. Διαψεύστηκα. Κρίμα…Για σένα..» Ο Κώστας κοίταξε μια ακόμη φορά την λιτή, μπρούτζινη ταμπέλα και κατευθύνθηκε βιαστικά προς το ασανσέρ. Πάτησε εκνευρισμένος το κουμπί του 3ου ορόφου. Τι τον είχε πιάσει και θυμήθηκε τον Μαγκανά τέτοια μέρα… Ξαφνικά ένοιωσε την ανάγκη να μοιραστεί με κάποιον την νίκη του. Οι πόρτες του ασανσέρ άνοιξαν με ένα μελωδικό κουδούνισμα και η γραμματέας του, η Ματίνα, του χαμογέλασε πειρακτικά καθισμένη στο οβάλ γραφείο της . « Τα καταφέρατε πάλι.. Σας ζήτησαν μόλις από το Mega και από το Star. Φαντάζομαι πως σε λίγο θα πλακώσουν και οι υπόλοιποι…» Ο Κώστας όμως είχε άλλα σχέδια.. « Χεσ’τους όλους για σήμερα » της είπε πηγαίνοντας βιαστικά προς το γραφείο του.
"Πάρε μου στο τηλέφωνο την Αμαλία.»
-Και πάλι συγχαρητήρια Πέτρο. Τελικά πρέπει να παραδεχτείς πως άξιζε τον κόπο η ταλαιπωρία τόσων μηνών…
-Τα συγχαρητήρια αξίζουν σε σένα Κώστα. Το γραφείο σου αποδείχτηκε για μια ακόμη φορά πολύτιμος σύμμαχος. Αυτό είναι ένα μικρό δείγμα της εκτίμησης μας στο πρόσωπο σου. Τα υπόλοιπα θα τα πούμε από αύριο. Σήμερα νομίζω πως μπορούμε να πάρουμε την υπόλοιπη ημέρα off . Όλοι μας.
Με αυτά τα λόγια ο Παππάς του έδωσε έναν φάκελο και μπήκε βιαστικά στην Mercedes που τον περίμενε με την μηχανή αναμμένη.
Ο Κώστας κοίταξε εξεταστικά τον φάκελο. Ήταν μακρόστενος, από βαρύ, ακριβό κρεμ χαρτί και στην επάνω δεξιά πλευρά του ξεχώριζαν ανάγλυφα τα αρχικά ΠΠ. Τον ζύγισε μηχανικά στην παλάμη του και τον έβαλε στην τσέπη του σακακιού του χωρίς να τον ανοίξει. Τα μάτια του καρφώθηκαν στην μπρούτζινη , διακριτική πινακίδα της εισόδου.
« Κώστας Πετρόπουλος και Συνεργάτες». Έτσι απλά. Αυτή η πινακίδα, τόσο απλή και διακριτική έκρυβε τα όνειρα μιας ζωής που είχαν πραγματοποιηθεί σχεδόν ανέλπιστα. Μάλιστα κάθε φορά που την κοίταζε δεν μπορούσε να συγκρατήσει έναν αναστεναγμό. Ήταν η γυναίκα του η Άννα που είχε επιμείνει στην διακριτικότητα. Και εκείνος την είχε ακούσει, όπως την άκουγε πάντα σε τέτοια θέματα. Η Άννα ήξερε πάντα τι ταίριαζε σε κάθε περίσταση. Εκείνος αν μπορούσε θα σήκωνε μια φωτεινή επιγραφή από ‘δω μέχρι τον ουρανό. Με τεράστια γράμματα και φώτα neon που θα έμεναν αναμμένα 24 ώρες το 24ώρο. ΕΦΤΑΣΑ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ θα εννοούσε η επιγραφή, άσχετα από το τι θα έγραφε…Όμως η αλήθεια είναι πως η Άννα είχε δίκιο. Η σεμνή μπρούτζινη ταμπέλα της εισόδου αντικατόπτριζε την καινούρια του εικόνα με απόλυτη ακρίβεια. Ήταν λιτή, πολυτελής και χαμηλών τόνων. Ακριβώς όπως η καινούρια του ζωή που τόσο είχε πασχίσει να την φτιάξει. Όταν ξεκίναγε από το χωριό του , το Κουφόβουνο, λίγο πιο έξω από το Διδυμότειχο, το μόνο που του περίσσευε ήταν όνειρα. Με όπλο αυτά τα όνειρα και ένα λυσσασμένο πείσμα που τον χαρακτήριζε από μικρό παιδάκι, είχε καταφέρει να υπερπηδήσει όλα τα εμπόδια και να περάσει από τους πρώτους στην Νομική της Αθήνας. Και ήταν τόσο πολλά αυτά τα εμπόδια… Μέχρι σήμερα , κάθε Σεπτέμβριο που άκουγε στις ειδήσεις για παιδιά από ξεχασμένα χωριά που πρώτευαν στις εισαγωγικές στα πανεπιστήμια ένοιωθε την καρδιά του να φουσκώνει από περηφάνια ανάμεικτη με οργή. Γιατί ήξερε καλά πόσο είχε χρειαστεί να παλέψει, καθένα από αυτά τα παιδιά για να κερδίσει αυτή την πολυπόθητη θέση. Δεν είναι μόνο η φτώχεια, όπως πιστεύουν οι πολλοί. Την φτώχεια την συνηθίζεις. Είναι η μιζέρια, τα μικρά όνειρα των ανθρώπων, η έλλειψη κάθε βοήθειας, οι συμμαθητές που σε κοροϊδεύουν, οι φίλοι που δεν μοιράζονται τους στόχους σου, οι κοπέλες που ελπίζουν μόνο να παντρευτούν. Είναι η νοοτροπία του λίγου που σε τραβάει πίσω σαν πέτρα και σε κάνει ικανό για τα πάντα προκειμένου να προχωρήσεις λίγα βήματα πιο κει. Ο Κώστας είχε φύγει από το χωριό του δεκαοχτώ χρονών και δεν είχε ξαναγυρίσει ποτέ. Είχε δουλέψει σερβιτόρος σε ταβέρνα, είχε φορτώσει αμέτρητα καφάσια στην λαχαναγορά, είχε μελετήσει ατέλειωτες ώρες χωρίς φως , όταν δεν είχε λεφτά να πληρώσει την ΔΕΗ και του το κόβανε, είχε πεινάσει στην κυριολεξία, αλλά τα είχε καταφέρει. Τελείωσε πρώτος στο έτος του και η ζωή είχε τελικά αποφασίσει να του χαμογελάσει. Με όπλο το θράσος που δεν του έλειψε ποτέ είχε χτυπήσει τη πόρτα του δικηγορικού γραφείου του Παναγιώτη Μαγκανά, του καλύτερου δικηγόρου αστικών υποθέσεων της Αθήνας, και του είχε ζητήσει να κάνει την άσκηση του εκεί. Ο Μαγκανάς δέχτηκε και τα υπόλοιπα ανήκουν στην ιστορία…Πολλά χρόνια αργότερα όταν αποφάσιζε να ανοίξει δικό του γραφείο παίρνοντας μαζί του και μερικούς από τους καλύτερους πελάτες του, ο Μαγκανάς του θύμισε εκείνη την πρώτη ημέρα. « Το ήξερα από την πρώτη ημέρα που ήρθες στο γραφείο μου πως θα τελειώναμε έτσι» του είχε πει με ένα παράξενο χαμόγελο. « Αλλά αυτό δεν άλλαζε το γεγονός πως ήσουν ο καλύτερος που είχα συναντήσει. Ήξερα πως κάποτε θα έφευγες, είχα απλά μέχρι τέλους την ελπίδα πως θα το έκανες σαν κύριος. Διαψεύστηκα. Κρίμα…Για σένα..» Ο Κώστας κοίταξε μια ακόμη φορά την λιτή, μπρούτζινη ταμπέλα και κατευθύνθηκε βιαστικά προς το ασανσέρ. Πάτησε εκνευρισμένος το κουμπί του 3ου ορόφου. Τι τον είχε πιάσει και θυμήθηκε τον Μαγκανά τέτοια μέρα… Ξαφνικά ένοιωσε την ανάγκη να μοιραστεί με κάποιον την νίκη του. Οι πόρτες του ασανσέρ άνοιξαν με ένα μελωδικό κουδούνισμα και η γραμματέας του, η Ματίνα, του χαμογέλασε πειρακτικά καθισμένη στο οβάλ γραφείο της . « Τα καταφέρατε πάλι.. Σας ζήτησαν μόλις από το Mega και από το Star. Φαντάζομαι πως σε λίγο θα πλακώσουν και οι υπόλοιποι…» Ο Κώστας όμως είχε άλλα σχέδια.. « Χεσ’τους όλους για σήμερα » της είπε πηγαίνοντας βιαστικά προς το γραφείο του.
"Πάρε μου στο τηλέφωνο την Αμαλία.»
Δευτέρα, Μαρτίου 26, 2007
Δανάη
Η Δανάη ταχτοποιούσε τις τελευταίες παραλαβές στα ράφια. Τα αρωματικά λάδια για το μπάνιο είχαν αποδειχτεί μεγάλη επιτυχία. Είχε πελάτες από κάθε περιοχή της Αθήνας, σήμερα το πρωί μάλιστα, της είχε τηλεφωνήσει μια κυρία από την Θεσσαλονίκη για να την ρωτήσει αν μπορούσε να βρει τα προϊόντα της σε κάποιο από τα μαγαζιά της συμπρωτεύουσας. Για φαντάσου…Όταν είχε αποφασίσει να κάνει το χόμπι της επάγγελμα, γιατί από μικρή τρελαινόταν για βότανα και παράξενες συνταγές για μάσκες ομορφιάς, εξ ου και το παρατσούκλι που της είχαν κολλήσει οι φιλενάδες της – Ματζίκα -, όταν τέλος πάντων αποφάσισε να ανοίξει το μαγαζί, όλοι φαντάζονταν πως ήταν μια ακόμη τρέλα που θα της περνούσε γρήγορα, αφού θα της είχε κοστίσει ένα σωρό λεφτά. Η αλήθεια είναι πως οι προηγούμενες επαγγελματικές της απόπειρες δεν είχαν στεφτεί με ιδιαίτερη επιτυχία, κάθε άλλο μάλιστα. Το βιβλίο της με συνταγές μαγειρικής από το Θιβέτ, του οποίου την έκδοση είχε μάλιστα χρηματοδοτήσει η ίδια, πούλησε λιγότερα από πεντακόσια αντίτυπα. Είχε στην αποθήκη του σπιτιού της άλλα τρεις χιλιάδες κομμάτια μέσα σε κούτες, και για αρκετά χρόνια τα έκανε δώρο σε κάθε περίσταση σε γνωστούς και φίλους, μέχρι που ένα από αυτά επέστρεψε στα χέρια της σαν δώρο στην δική της γιορτή. Το εργαστήρι εναλλακτικής γυμναστικής που είχε ανοίξει στο Μετς με κάποια γνωστή της από το σιάτσου, έκλεισε μέσα σε τέσσερις μήνες μια που οι κυρίες που ενδιαφέρθηκαν στην αρχή, κάτι χοντρές πενηντάρες, νόμιζαν πως θα αδυνάτιζαν μέσα σε ένα μήνα με κάποιο μυστικό φερμένο από την Ανατολή. Το δε κατάστημα υγιεινής διατροφής που είχε ανοίξει λίγο αργότερα στο Παγκράτι, έκλεισε μέσα σε χρόνο ρεκόρ, μια εβδομάδα, μια που η αγορανομία δεν πείστηκε ποτέ για την θεραπευτική αξία της βασιλικής κάμπιας της Ινδίας μέσα στο φαγητό…Ακόμη τραβιόταν στα δικαστήρια για αυτή την ιστορία. Όταν όμως , πηγαίνοντας για καφέ με την Αθηνά και την Άννα, είδε για πρώτη φορά αυτό το μαγαζάκι που μόλις είχε ξενοικιαστεί στην Χάριτος, ήξερε πως αυτή την φορά η ιδέα της θα πετύχαινε. Και είχε δίκιο. Το μαγαζί πήγαινε απίστευτα καλά, οι πελάτες της ξανάρχονταν τακτικά, και , αν εξαιρέσει κανείς μερικούς που ζητούσαν βιβλία μαύρης μαγείας, - γιατί λευκής πουλούσε και μάλιστα γίνονταν ανάρπαστα, - είχε αρχίσει να κερδίζει χρήματα για πρώτη φορά στην ζωή της. Τα αρωματικά λάδια της και οι κρέμες της για το πρόσωπο και το σώμα, όλα φτιαγμένα από την ίδια με ειδικά υλικά και μυστικές συνταγές είχαν γίνει πια διάσημα. Όπως και τα χάπια με εκχυλίσματα φυτών και βοτάνων για τις…δυσκολίες στην σεξουαλική απόδοση. Η Δανάη είχε φέρει την επανάσταση στην Αθήνα πολύ πριν εμφανιστεί το viagra στην αγορά…
Τελείωσε με τα λάδια και κοίταξε το εσωτερικό του μαγαζιού της με μάτι κριτικό. Δεν σταματούσε ποτέ να προσθέτει και να αφαιρεί διακοσμητικά στοιχεία, ανάλογα με την διάθεση της κάθε εποχής. Οι τοίχοι ήταν βαμμένοι σε ένα απαλό ροδακινί χρώμα με χρυσαφιές ανταύγειες που χαλάρωνε το σώμα και το βλέμμα. Δεν είχε χρησιμοποιήσει πουθενά μέταλλο ή γυαλί, εκτός από την μικρή βιτρίνα φυσικά, παρά μόνο ξύλο. Όλα τα ράφια , το μικρό γραφειάκι που χρησίμευε σαν ταμείο και παραλαβή, και τα δυο μικρά τραπεζάκια όπου μπορούσαν να καθίσουν οι πελάτες που ήθελαν να ξεφυλλίσουν κάποιο βιβλίο , ήταν φτιαγμένα από ξύλο τριανταφυλλιάς. Τα χρώματα που κυριαρχούσαν στα μεταξωτά μαξιλάρια και στις κουρτίνες που βρίσκονταν διάσπαρτα σε όλο τον χώρο, ήταν το ροζ, το κίτρινο, το βερικοκί, το λιλά και το απαλό πράσινο της μέντας. Τα ράφια ήταν γεμάτα μπουκαλάκια και βαζάκια σε παράξενα σχήματα και χρώματα. Σε μεγάλα ψάθινα καλάθια, βρίσκονταν βαλμένα τακτικά, μικρά υφασμάτινα σακουλάκια με βότανα. Μπορούσε ακόμη κανείς να βρει εκεί, μια μεγάλη ποικιλία από κορδέλες και μικρά γούρια, όπως και κρυστάλλους εναλλακτικών θεραπειών, σκαλιστούς καθρέφτες από την Αραβία, αλλά και μικρά κοσμήματα από ύφασμα, χάντρες και σύρμα που κατασκεύαζε ένας τεχνίτης από την Συρία. Ο χώρος φωτιζόταν απαλά από έναν περίτεχνο πολυέλαιο από χρωματιστά γυαλάκια δεμένα με μπρούτζινο σύρμα που είχε φέρει από τις Ινδίες, και αρκετές μικρές λάμπες καλυμμένες με μεταξωτά πανιά που χάριζαν στον χώρο μια μυστηριακή ατμόσφαιρα. Σε ειδικές βάσεις σιγόκαιγαν αρωματικά κεριά με μυρωδιές της Ανατολής, ενώ ο ήχος του σιτάρ σε μετέφερε σε άλλους, μακρινούς πολιτισμούς. Όποιος περνούσε την πόρτα της Ματζίκας, γιατί έτσι είχε ονομάσει το μαγαζί της, ξεχνούσε αμέσως το άγχος και την βιασύνη της ημέρας.
Βέβαια η ίδια δεν θυμόταν να έχει ποτέ στην ζωή της άγχος, και δεν βιαζόταν ποτέ και για τίποτα. Από μικρό παιδάκι, κοιτούσε τους γύρω της με απορία όταν προσπαθούσαν να την πιέσουν για το οτιδήποτε. Έβρισκε καταφύγιο στην αγκαλιά της λατρεμένης της γιαγιάς, της μεγάλης Δανάης, και εκείνη της διάβαζε τα αγαπημένα της παραμύθια με ηρωίδα την Σεχραζάτ ή την Πολυάννα και το παιχνίδι της χαράς. Από την γιαγιά της είχε πάρει την αγάπη της για την Ανατολή και τα μυστήρια της, την αισιοδοξία της και ένα αστείρευτο κέφι για ζωή. Διάβαζε, έπαιζε, έτρωγε και κοιμόταν με τους δικούς της, χαλαρούς ρυθμούς. Κάτι μέσα της τής έλεγε πάντα πώς όλα θα γίνουν, και τελικά, με τρόπο μαγικό, όλα γίνονταν και μάλιστα στην ώρα τους. Οι γονείς της ήταν οι πρώτοι που παρέδωσαν τα όπλα, και ακολούθησαν οι φίλες της και αργότερα οι καθηγητές της. Η Δανάη πέρασε ομαλά την εφηβεία της, τελείωσε το σχολείο με καλούς βαθμούς, μπήκε στην γαλλική φιλολογία, παρόλο που δεν πήγε τελικά να γραφτεί, χωρίς να ανησυχήσει ποτέ και για τίποτε. Τίποτε και κανείς δεν στάθηκε ικανός να την στεναχωρήσει μέχρι τα δεκαοχτώ της, εκτός από την απόφαση της Άννας να παντρευτεί τον Κώστα. Αυτός ο άνθρωπος την πάγωσε από την πρώτη στιγμή που τον γνώρισε. Ήταν τυπικό δείγμα ανθρώπου που προσπαθούσε να δείχνει στον κόσμο μια υπερβολικά εξωραϊσμένη εικόνα του εαυτού του, ήταν πάντα σφιγμένος, υπερβολικά ευγενικός, υπερβολικά φιλόδοξος, υπερβολικά αποφασισμένος να ανέβει κοινωνικά, να πετύχει, να γίνει κάποιος. Και η Αννούλα με την άψογη ανατροφή της, τον μεγαλογιατρό μπαμπά της και τον έρωτα που την τύφλωνε, ήταν το καλύτερο μέσον για να τα καταφέρει…Βέβαια όταν τα πράγματα έφτασαν στο απροχώρητο, δηλαδή δυο μέρες πριν τον γάμο, η Δανάη το φιλοσόφησε το πράγμα. Ίσως τελικά τα πράγματα να μην ήταν τόσο άσχημα. Ίσως όλα να πήγαιναν καλά. Ίσως να ήταν κισμέτ αυτός ο γάμος. Σήμερα, δεκαοκτώ χρόνια αργότερα, ήξερε πια πως η διαίσθηση της δεν την γέλασε ποτέ. Ούτε και τότε…
Η Δανάη αναστέναξε σιγανά. Η ζωή την είχε μάθει να μην μιλάει στους άλλους για τις διαισθήσεις της. Ούτε καν στην Αθηνά και την Άννα , με τις οποίες μοιραζόταν σχεδόν τα πάντα, πάνω από εικοσιπέντε χρόνια τώρα. Και η διαίσθηση της, εδώ και μήνες, της έστελνε παράξενα σινιάλα. Κάτι θα άλλαζε στην ζωή τους και μάλιστα σύντομα, Κάτι θα τις σήκωνε ψηλά και θα τις άφηνε αλλαγμένες, διαφορετικές . Είχε φτάσει η ώρα της σελήνης….
Τελείωσε με τα λάδια και κοίταξε το εσωτερικό του μαγαζιού της με μάτι κριτικό. Δεν σταματούσε ποτέ να προσθέτει και να αφαιρεί διακοσμητικά στοιχεία, ανάλογα με την διάθεση της κάθε εποχής. Οι τοίχοι ήταν βαμμένοι σε ένα απαλό ροδακινί χρώμα με χρυσαφιές ανταύγειες που χαλάρωνε το σώμα και το βλέμμα. Δεν είχε χρησιμοποιήσει πουθενά μέταλλο ή γυαλί, εκτός από την μικρή βιτρίνα φυσικά, παρά μόνο ξύλο. Όλα τα ράφια , το μικρό γραφειάκι που χρησίμευε σαν ταμείο και παραλαβή, και τα δυο μικρά τραπεζάκια όπου μπορούσαν να καθίσουν οι πελάτες που ήθελαν να ξεφυλλίσουν κάποιο βιβλίο , ήταν φτιαγμένα από ξύλο τριανταφυλλιάς. Τα χρώματα που κυριαρχούσαν στα μεταξωτά μαξιλάρια και στις κουρτίνες που βρίσκονταν διάσπαρτα σε όλο τον χώρο, ήταν το ροζ, το κίτρινο, το βερικοκί, το λιλά και το απαλό πράσινο της μέντας. Τα ράφια ήταν γεμάτα μπουκαλάκια και βαζάκια σε παράξενα σχήματα και χρώματα. Σε μεγάλα ψάθινα καλάθια, βρίσκονταν βαλμένα τακτικά, μικρά υφασμάτινα σακουλάκια με βότανα. Μπορούσε ακόμη κανείς να βρει εκεί, μια μεγάλη ποικιλία από κορδέλες και μικρά γούρια, όπως και κρυστάλλους εναλλακτικών θεραπειών, σκαλιστούς καθρέφτες από την Αραβία, αλλά και μικρά κοσμήματα από ύφασμα, χάντρες και σύρμα που κατασκεύαζε ένας τεχνίτης από την Συρία. Ο χώρος φωτιζόταν απαλά από έναν περίτεχνο πολυέλαιο από χρωματιστά γυαλάκια δεμένα με μπρούτζινο σύρμα που είχε φέρει από τις Ινδίες, και αρκετές μικρές λάμπες καλυμμένες με μεταξωτά πανιά που χάριζαν στον χώρο μια μυστηριακή ατμόσφαιρα. Σε ειδικές βάσεις σιγόκαιγαν αρωματικά κεριά με μυρωδιές της Ανατολής, ενώ ο ήχος του σιτάρ σε μετέφερε σε άλλους, μακρινούς πολιτισμούς. Όποιος περνούσε την πόρτα της Ματζίκας, γιατί έτσι είχε ονομάσει το μαγαζί της, ξεχνούσε αμέσως το άγχος και την βιασύνη της ημέρας.
Βέβαια η ίδια δεν θυμόταν να έχει ποτέ στην ζωή της άγχος, και δεν βιαζόταν ποτέ και για τίποτα. Από μικρό παιδάκι, κοιτούσε τους γύρω της με απορία όταν προσπαθούσαν να την πιέσουν για το οτιδήποτε. Έβρισκε καταφύγιο στην αγκαλιά της λατρεμένης της γιαγιάς, της μεγάλης Δανάης, και εκείνη της διάβαζε τα αγαπημένα της παραμύθια με ηρωίδα την Σεχραζάτ ή την Πολυάννα και το παιχνίδι της χαράς. Από την γιαγιά της είχε πάρει την αγάπη της για την Ανατολή και τα μυστήρια της, την αισιοδοξία της και ένα αστείρευτο κέφι για ζωή. Διάβαζε, έπαιζε, έτρωγε και κοιμόταν με τους δικούς της, χαλαρούς ρυθμούς. Κάτι μέσα της τής έλεγε πάντα πώς όλα θα γίνουν, και τελικά, με τρόπο μαγικό, όλα γίνονταν και μάλιστα στην ώρα τους. Οι γονείς της ήταν οι πρώτοι που παρέδωσαν τα όπλα, και ακολούθησαν οι φίλες της και αργότερα οι καθηγητές της. Η Δανάη πέρασε ομαλά την εφηβεία της, τελείωσε το σχολείο με καλούς βαθμούς, μπήκε στην γαλλική φιλολογία, παρόλο που δεν πήγε τελικά να γραφτεί, χωρίς να ανησυχήσει ποτέ και για τίποτε. Τίποτε και κανείς δεν στάθηκε ικανός να την στεναχωρήσει μέχρι τα δεκαοχτώ της, εκτός από την απόφαση της Άννας να παντρευτεί τον Κώστα. Αυτός ο άνθρωπος την πάγωσε από την πρώτη στιγμή που τον γνώρισε. Ήταν τυπικό δείγμα ανθρώπου που προσπαθούσε να δείχνει στον κόσμο μια υπερβολικά εξωραϊσμένη εικόνα του εαυτού του, ήταν πάντα σφιγμένος, υπερβολικά ευγενικός, υπερβολικά φιλόδοξος, υπερβολικά αποφασισμένος να ανέβει κοινωνικά, να πετύχει, να γίνει κάποιος. Και η Αννούλα με την άψογη ανατροφή της, τον μεγαλογιατρό μπαμπά της και τον έρωτα που την τύφλωνε, ήταν το καλύτερο μέσον για να τα καταφέρει…Βέβαια όταν τα πράγματα έφτασαν στο απροχώρητο, δηλαδή δυο μέρες πριν τον γάμο, η Δανάη το φιλοσόφησε το πράγμα. Ίσως τελικά τα πράγματα να μην ήταν τόσο άσχημα. Ίσως όλα να πήγαιναν καλά. Ίσως να ήταν κισμέτ αυτός ο γάμος. Σήμερα, δεκαοκτώ χρόνια αργότερα, ήξερε πια πως η διαίσθηση της δεν την γέλασε ποτέ. Ούτε και τότε…
Η Δανάη αναστέναξε σιγανά. Η ζωή την είχε μάθει να μην μιλάει στους άλλους για τις διαισθήσεις της. Ούτε καν στην Αθηνά και την Άννα , με τις οποίες μοιραζόταν σχεδόν τα πάντα, πάνω από εικοσιπέντε χρόνια τώρα. Και η διαίσθηση της, εδώ και μήνες, της έστελνε παράξενα σινιάλα. Κάτι θα άλλαζε στην ζωή τους και μάλιστα σύντομα, Κάτι θα τις σήκωνε ψηλά και θα τις άφηνε αλλαγμένες, διαφορετικές . Είχε φτάσει η ώρα της σελήνης….
Παρασκευή, Μαρτίου 23, 2007
Αθηνά...
Στον έκτο όροφο των γραφείων της Publicom, η Αθηνά Ραζή, γενική διευθύντρια της εταιρίας και υπεύθυνη των μεγάλων λογαριασμών , προσπαθούσε να μην ουρλιάξει. Η ώρα είχε πάει ήδη δώδεκα και οι μακέτες που περίμενε, φυσικά, δεν είχαν φτάσει ακόμη στο γραφείο της. Το δημιουργικό της τμήμα ήταν αχτύπητο, και φέτος θα σάρωναν πάλι τα βραβεία στο φεστιβάλ διαφήμισης , αλλά η ακρίβεια δεν συγκαταλεγόταν στα προτερήματα των συνεργατών της. Άλλωστε, ο τέταρτος όροφος, ο όροφος του δημιουργικού και βασίλειο του Γιάννη Πετρίδη, ήταν ο μόνος όροφος που δεν διέθετε ρολόγια. Κάποτε, χρόνια πριν, είχε προσπαθήσει να λύσει το πρόβλημα χαρίζοντας στον Γιάννη ένα ρολόι για το γραφείο του. Είχε δώσει μια μικρή περιουσία για ένα κομψοτέχνημα από τον Cartier για να μην προσβάλει την αισθητική του πολύτιμου art director της, και το αποτέλεσμα ήταν πως το ρολόι κοσμούσε μέχρι σήμερα, σε περίοπτη θέση το γραφείο του, αλλά χωρίς μπαταρίες. Ο Γιάννης, όπως άλλωστε και όλοι οι συνεργάτες του, αρνούνταν να δουλέψουν υπό πίεση. Το τμήμα τους έμοιαζε περισσότερο με παιδική χαρά, ήταν γεμάτο ζωγραφιές στους τοίχους, - οι περισσότεροι γραφίστες της εταιρίας ήταν ερασιτέχνες ζωγράφοι, ορισμένοι μάλιστα πολύ επιτυχημένοι, - φυτά, gadgets, τα κομπιούτερ τους ήταν εφοδιασμένα με τα τελευταίας κυκλοφορίας παιχνίδια και οι πιο πολλοί κυκλοφορούσαν ντυμένοι με τζιν και μακό φορώντας γουώκμαν και χοροπηδώντας στον ρυθμό κάποιας μουσικής που άκουγαν μόνο οι ίδιοι. Ο ίδιος ο Γιάννης, στα σαράντα του, έμοιαζε περισσότερο με μποέμ καλλιτέχνη παρά με υψηλόβαθμο στέλεχος μεγάλης εταιρίας. Ψηλός, λεπτός, με μακριά μαλλιά που είχαν αρχίσει να αραιώνουν, κυκλοφορούσε ντυμένος με φαρδιά παντελόνια και πουκάμισα, μακό από εκθέσεις ζωγραφικής, μουσεία και φεστιβάλ, διαμαντένιο σκουλαρίκι στο αυτί και λεπτά συρμάτινα γυαλιά μυωπίας. Φορούσε δε πάντα δύο swatch από την τεράστια συλλογή του στον καρπό του αριστερού του χεριού, από τα οποία βέβαια, δεν δούλευε ποτέ, κανένα.
Η Αθηνά κοίταξε με απόγνωση το ρολόι της που δούλευε πάντα κανονικά. Δώδεκα και δέκα. Στη μία είχε ραντεβού με τον Οικονόμου και την ομάδα του. Ο Κώστας Οικονόμου ήταν ο γενικός διευθυντής της μεγαλύτερης εταιρίας ζυμαρικών στην Ελλάδα. Ο λογαριασμός τους ήταν τεράστιος και έπρεπε να τον κερδίσουν. Για να συμβεί όμως αυτό, έπρεπε να ετοιμαστούν οι μακέτες…Αναστέναξε και έγειρε πίσω στην δερμάτινη πολυθρόνα της. Κοίταξε το γραφείο της εξεταστικά. Ήταν η εικόνα της και το είχε διακοσμήσει προσεκτικά. Το ήθελε κομψό, ακριβό , λιτό και μοντέρνο. Να αντανακλά την εικόνα μιας επιτυχημένης, δραστήριας, έξυπνης και κομψής γυναίκας. Την εικόνα της. Ήταν ευχαριστημένη με το αποτέλεσμα. Το πάτωμα είχε σκεπαστεί με ακριβή ψάθα, τα έπιπλα της ήταν από την σειρά γραφείου του Δελούδη από ξύλο και αμμοβολημένο γυαλί , ο μεγάλος καναπές στον τοίχο απέναντι της είχε ένα γλυκό πορτοκαλί χρώμα, ενώ ένας άλλος τοίχος καλυπτόταν σχεδόν ολόκληρος από μια τεράστια οθόνη plasma . Στους τοίχους υπήρχαν μόνο τρία έργα του Πενταρβάνη. Η παιδικότητα και τα έντονα χρώματα τους ήταν οι μόνες έντονε πινελιές , εκτός από τον καναπέ, στον χώρο. Όλα τα υπόλοιπα, διακοσμητικά αντικείμενα ή είδη γραφείου, ήταν από κρύσταλλο. Ναι, είχε κάνει καλή δουλειά. Αυτός ήταν ο χώρος της. Ο χώρος που θα προτιμούσε μια γυναίκα που αισθάνεται άνετα με τον εαυτό της, μια γυναίκα με προσωπικότητα, μια γυναίκα καριέρας. Μια γυναίκα μόνη. Στην λεία επιφάνεια του γραφείου της δεν υπήρχε ούτε μια κορνίζα. Εδώ και χρόνια, οι άντρες μπαινόβγαιναν στην ζωή της με μεγάλη συχνότητα και μικρή διάρκεια. Αν ήθελε να έχει την φωτογραφία του καθενός τους στο γραφείο της, που δεν ήθελε, θα έπρεπε να προσλάβει ειδική γραμματέα για την δουλειά αυτή. Και φυσικά δεν μπορούσε να έχει στο γραφείο της την φωτογραφία της μαμάς της….
Ξανακοίταξε το ρολόι. Δώδεκα και μισή. Τι σκατά κάνανε τόση ώρα πια? Ήθελαν να την πεθάνουν? Δεν έπρεπε να καθυστερήσει ούτε λεπτό να ξεκινήσει την συνάντηση και ο Οικονόμου έφτανε πάντα δέκα λεπτά νωρίτερα. Την προηγούμενη φορά της την είχε πετάξει την μπηχτή:
- Εσείς στις διαφημιστικές έχετε την δυνατότητα να διαχειρίζεστε τον χρόνο σας πιο χαλαρά…
Ναι, αυτοί στις διαφημιστικές τα ξύνουν όλη μέρα και περιμένουν να έρθουν οι πολυάσχολοι σαν και του λόγου του για να αποκτήσει η ζωή τους ενδιαφέρον…Τι μαλάκας!! Μάλλον το ‘ χει το όνομα…Κώστας , σαν το κελεπούρι, τον άντρα της Άννας. Σκέφτηκε την φίλη της και θυμήθηκε πως είχαν μέρες να ειδωθούν. Αν επιζούσε της σημερινής ημέρας, έπρεπε να κανονίσουν κανένα καφέ ή κανένα ποτό, αν δεν είχε άλλα σχέδια ο λεβεντοκόπανος ο άντρας της. Έπρεπε να περάσει και από το μαγαζί της Δανάης. Τα αρωματικά έλαια για το μπάνιο της είχαν τελειώσει και η αλήθεια ήταν, πως ήταν καταπληκτικά. Άλλωστε η φίλη της είχε την μοναδική ικανότητα να την κάνει να χαλαρώνει. Ήταν έτσι από το σχολείο ακόμη, ήρεμη και ατάραχη ακόμη και αν έπεφτε ο ουρανός στο κεφάλι τους. Σαν την αγαπημένη ηρωίδα των παιδικών της χρόνων, την Πολυάννα, είχε πάντα μια θετική άποψη να αντιτάξει σε ότι και αν τους συνέβαινε. Μόνο στον γάμο της Άννας δεν μπόρεσε να κατεβάσει καμιά ιδέα, και περιορίστηκε να χαμογελάσει αισιόδοξα και να μιλήσει για την δύναμη της αγάπης. Φυσικά, όλα έχουν ένα όριο. Για τον Κώστα της Άννας, ούτε η ίδια η Πολυάννα δεν θα έβρισκε κάτι καλό να πει. Τέλος πάντων… Θα περνούσε το απόγευμα από την Δανάη και θα τηλεφωνούσαν στην Αθηνά μαζί, αν ζούσε μέχρι τότε, αν δεν πάθαινε σήμερα εγκεφαλικό, αν έρχονταν οι μακέτες κάποια στιγμή, αν ήθελαν ο Γιάννης και ο Θεός, που είχε αρχίσει να πιστεύει πως ήταν ένα και το αυτό πρόσωπό….
Η Αθηνά κοίταξε με απόγνωση το ρολόι της που δούλευε πάντα κανονικά. Δώδεκα και δέκα. Στη μία είχε ραντεβού με τον Οικονόμου και την ομάδα του. Ο Κώστας Οικονόμου ήταν ο γενικός διευθυντής της μεγαλύτερης εταιρίας ζυμαρικών στην Ελλάδα. Ο λογαριασμός τους ήταν τεράστιος και έπρεπε να τον κερδίσουν. Για να συμβεί όμως αυτό, έπρεπε να ετοιμαστούν οι μακέτες…Αναστέναξε και έγειρε πίσω στην δερμάτινη πολυθρόνα της. Κοίταξε το γραφείο της εξεταστικά. Ήταν η εικόνα της και το είχε διακοσμήσει προσεκτικά. Το ήθελε κομψό, ακριβό , λιτό και μοντέρνο. Να αντανακλά την εικόνα μιας επιτυχημένης, δραστήριας, έξυπνης και κομψής γυναίκας. Την εικόνα της. Ήταν ευχαριστημένη με το αποτέλεσμα. Το πάτωμα είχε σκεπαστεί με ακριβή ψάθα, τα έπιπλα της ήταν από την σειρά γραφείου του Δελούδη από ξύλο και αμμοβολημένο γυαλί , ο μεγάλος καναπές στον τοίχο απέναντι της είχε ένα γλυκό πορτοκαλί χρώμα, ενώ ένας άλλος τοίχος καλυπτόταν σχεδόν ολόκληρος από μια τεράστια οθόνη plasma . Στους τοίχους υπήρχαν μόνο τρία έργα του Πενταρβάνη. Η παιδικότητα και τα έντονα χρώματα τους ήταν οι μόνες έντονε πινελιές , εκτός από τον καναπέ, στον χώρο. Όλα τα υπόλοιπα, διακοσμητικά αντικείμενα ή είδη γραφείου, ήταν από κρύσταλλο. Ναι, είχε κάνει καλή δουλειά. Αυτός ήταν ο χώρος της. Ο χώρος που θα προτιμούσε μια γυναίκα που αισθάνεται άνετα με τον εαυτό της, μια γυναίκα με προσωπικότητα, μια γυναίκα καριέρας. Μια γυναίκα μόνη. Στην λεία επιφάνεια του γραφείου της δεν υπήρχε ούτε μια κορνίζα. Εδώ και χρόνια, οι άντρες μπαινόβγαιναν στην ζωή της με μεγάλη συχνότητα και μικρή διάρκεια. Αν ήθελε να έχει την φωτογραφία του καθενός τους στο γραφείο της, που δεν ήθελε, θα έπρεπε να προσλάβει ειδική γραμματέα για την δουλειά αυτή. Και φυσικά δεν μπορούσε να έχει στο γραφείο της την φωτογραφία της μαμάς της….
Ξανακοίταξε το ρολόι. Δώδεκα και μισή. Τι σκατά κάνανε τόση ώρα πια? Ήθελαν να την πεθάνουν? Δεν έπρεπε να καθυστερήσει ούτε λεπτό να ξεκινήσει την συνάντηση και ο Οικονόμου έφτανε πάντα δέκα λεπτά νωρίτερα. Την προηγούμενη φορά της την είχε πετάξει την μπηχτή:
- Εσείς στις διαφημιστικές έχετε την δυνατότητα να διαχειρίζεστε τον χρόνο σας πιο χαλαρά…
Ναι, αυτοί στις διαφημιστικές τα ξύνουν όλη μέρα και περιμένουν να έρθουν οι πολυάσχολοι σαν και του λόγου του για να αποκτήσει η ζωή τους ενδιαφέρον…Τι μαλάκας!! Μάλλον το ‘ χει το όνομα…Κώστας , σαν το κελεπούρι, τον άντρα της Άννας. Σκέφτηκε την φίλη της και θυμήθηκε πως είχαν μέρες να ειδωθούν. Αν επιζούσε της σημερινής ημέρας, έπρεπε να κανονίσουν κανένα καφέ ή κανένα ποτό, αν δεν είχε άλλα σχέδια ο λεβεντοκόπανος ο άντρας της. Έπρεπε να περάσει και από το μαγαζί της Δανάης. Τα αρωματικά έλαια για το μπάνιο της είχαν τελειώσει και η αλήθεια ήταν, πως ήταν καταπληκτικά. Άλλωστε η φίλη της είχε την μοναδική ικανότητα να την κάνει να χαλαρώνει. Ήταν έτσι από το σχολείο ακόμη, ήρεμη και ατάραχη ακόμη και αν έπεφτε ο ουρανός στο κεφάλι τους. Σαν την αγαπημένη ηρωίδα των παιδικών της χρόνων, την Πολυάννα, είχε πάντα μια θετική άποψη να αντιτάξει σε ότι και αν τους συνέβαινε. Μόνο στον γάμο της Άννας δεν μπόρεσε να κατεβάσει καμιά ιδέα, και περιορίστηκε να χαμογελάσει αισιόδοξα και να μιλήσει για την δύναμη της αγάπης. Φυσικά, όλα έχουν ένα όριο. Για τον Κώστα της Άννας, ούτε η ίδια η Πολυάννα δεν θα έβρισκε κάτι καλό να πει. Τέλος πάντων… Θα περνούσε το απόγευμα από την Δανάη και θα τηλεφωνούσαν στην Αθηνά μαζί, αν ζούσε μέχρι τότε, αν δεν πάθαινε σήμερα εγκεφαλικό, αν έρχονταν οι μακέτες κάποια στιγμή, αν ήθελαν ο Γιάννης και ο Θεός, που είχε αρχίσει να πιστεύει πως ήταν ένα και το αυτό πρόσωπό….
Πέμπτη, Μαρτίου 22, 2007
Άννα...
Η Άννα σιδερώνει. Πάλι. Στην φωτεινή κουζίνα του σπιτιού της στην Φιλοθέη, με το ραδιόφωνο να παίζει Μελωδία, και το μυαλό της να τρέχει μακριά, σιδερώνει όπως κάνει δύο φορές την βδομάδα τα τελευταία, πόσα?, δεκαπέντε χρόνια. Δεκαπέντε χρόνια από τα δεκαοκτώ που είναι παντρεμένη. Γιατί τα τρία πρώτα χρόνια, δεν σιδέρωνε. Για την ακρίβεια τα τρία πρώτα χρόνια του γάμου της δεν έκανε σχεδόν τίποτε που να έχει σχέση με το σπίτι της. Περνούσε την ημέρα της κάνοντας όνειρα για τις νύχτες της, και τις νύχτες ονειρευόταν την υπόλοιπη ζωή της στο πλευρό του άντρα που αγαπούσε. Του άντρα της. Ήταν νέα, όμορφη και πολύ ερωτευμένη, και ο Κώστας μοιραζόταν μαζί της όχι μόνο την ζωή του αλλά και τα όνειρα του, και τα σχέδια του για το μέλλον. Όταν σκέφτεται εκείνη την περίοδο , την ευτυχισμένη, ανέμελη περίοδο του γάμου της που δεν ήταν σύζυγος, μητέρα και νοικοκυρά, αλλά σύντροφος του μεγάλου έρωτα της ζωής της, του πρώτου και μάλλον τελευταίου έρωτα της ζωής της, νοιώθει να την πνίγει το παράπονο. Και η απορία. Ποτέ δεν είχε καταφέρει να εξηγήσει πως και για ποιο λόγο η ζωή της άλλαξε τόσο πολύ και ταυτόχρονα τόσο λίγο. Και βέβαια δεν τολμούσε να κάνει την ερώτηση αυτή σε κανέναν άλλο εκτός από τον εαυτό της. Τι να πει και σε ποιόν. Οι φίλοι τους, οι κοινοί τους φίλοι, ζευγάρια στην ηλικία τους, συνεργάτες του Κώστα στην δουλειά ή γονείς συμμαθητών του Αλέξανδρου, θα την κοίταζαν σαν να ήταν τρελή. Τι παράπονο θα μπορούσε να έχει? Ήταν παντρεμένη σχεδόν 20 χρόνια με έναν άντρα που την αγαπούσε πάντα, δεν είχε δουλέψει ποτέ της αλλά απολάμβανε μια ιδιαίτερα άνετη ζωή, είχε έναν υπέροχο γιο δεκαπέντε χρονών, μια αξιοζήλευτη κοινωνική ζωή, έβγαινε έξω συχνά, είχε εξοχικό σπίτι στην Μύκονο και το διαμέρισμα τους στην Φιλοθέη υπήρξε πάντα αντικείμενο θαυμασμού όλων των γνωστών τους. Η δουλειά του Κώστα, είναι δικηγόρος με ειδίκευση στο εταιρικό δίκαιο, πήγαινε όλο και καλύτερα, και το γραφείο του ήταν ένα από τα τρία καλύτερα στην Αθήνα. Η ίδια έχει την άνεση να πηγαίνει στο κομμωτήριο, στο γυμναστήριο, στα μαγαζιά , όποτε θέλει , μπορεί να πίνει καφέ με τις φίλες της όποτε της κάνει κέφι, και η μόνη της ευθύνη είναι η φροντίδα του σπιτιού. Του σπιτιού της, όπως φροντίζει να της τονίζει με νόημα, πολύ συχνά ο Κώστας. Τι άλλο μπορούσε να ζητήσει?
Έλα ντε! Στην ουσία το ξέρει και η ίδια πως η ζωή της είναι καλή. Αυτά που θέλει, αυτά που πιστεύει πως χρειάζεται, είναι πολυτέλειες που κανείς δεν παίρνει στα σοβαρά. Θέλει να επικοινωνεί με τον άντρα της για ζητήματα πιο ουσιαστικά από το που θα πάνε το βράδυ, ποιο πουκάμισο θα φορέσει αύριο , ποιος θα πάρει τον Αλέξανδρο από το φροντιστήριο, και άλλα τέτοια. Θέλει να κάνουν έρωτα πιο συχνά και με περισσότερο πάθος, θέλει να συμμετέχει στην κοινή τους ζωή περισσότερο, θέλει να έχει και άλλες ευθύνες εκτός από εκείνη του σπιτιού. Θέλει να ξαναγίνει η σύντροφος του, ή έστω να γίνεται η σύντροφος του καμιά φορά, θέλει να ακούγεται, να είναι η Άννα και όχι η γυναίκα του. Θα ήθελε τα τρία πρώτα χρόνια του γάμου της να κρατούσαν για πάντα…Ανοησίες, θα της έλεγαν όλοι. Μετά από τόσα χρόνια η ρουτίνα είναι αναπόφευκτη…
Αυτά θα της έλεγαν οι κοινοί τους φίλοι. Μπορεί και η μαμά της. Οι φίλες της, οι δικές της φίλες θα την έβριζαν για μια ακόμη φορά. Όπως την είχαν βρίσει όταν στα δεκαεφτά της, αμέσως μόλις τελείωσαν το λύκειο, τους ανακοίνωσε πως είχε αποφασίσει να παντρευτεί τον Κώστα. Και τι δεν είχαν κάνει! Έπεσαν επάνω της να της αλλάξουν γνώμη, αλλά εκείνη εκεί. Ανένδοτη. Τον αγαπούσε, τον ήθελε και θα τον έπαιρνε. Ε, τον πήρε λοιπόν…Η Αθηνά μέχρι που κόντεψε να μην έρθει στον γάμο. Με κλάματα και απειλές την έπεισε τελικά η Δανάη, και άλλαξε γνώμη, την τελευταία στιγμή, και εμφανίστηκε στον γάμο με κάτι μούτρα μέχρι το πάτωμα, που έκαναν τον Κώστα έξαλλο. Ποτέ δεν την συμπάθησε από τότε, ο Κώστας την Αθηνά, ούτε και την Δανάη άλλωστε. Τις θεωρεί κακή επιρροή, αν και δεν τόλμησε ποτέ να της πει να μην τις βλέπει, και δεν μπορεί να καταλάβει τι κοινό μπορεί να έχει η γυναίκα του με μια νευρωτική διαφημίστρια που δεν μπορεί, και δεν πρόκειται να σταυρώσει άντρα ποτέ – έτσι λέει – και με μια μισότρελη έμπορο αέρα κοπανιστού, αυτή είναι η γνώμη του για την Δανάη. Την Δανάη μάλιστα πρέπει να την θεωρεί σχεδόν γραφική. Δεν τον απασχολεί που το μαγαζί της στο Κολωνάκι, - η Δανάη έχει ανοίξει ένα μαγαζί που πουλάει βότανα, βιβλία εναλλακτικών θεραπειών και είδη από την Ανατολή, - θεωρείται επιτυχημένο και πολύ μοδάτο. Όπως δεν τον ενδιαφέρει πως η Αθηνά είναι μια από τις καλύτερες διαφημίστριες στην Αθήνα, μάλιστα τα διάφορα γυναικεία και life style περιοδικά φιλοξενούν συχνά συνεντεύξεις της. Και οι δυο τους, για τον Κώστα, έχουν δύο σοβαρά μειονεκτήματα. Είναι οικονομικά ανεξάρτητες και είναι μόνες τους. Και βέβαια , είναι φίλες της από το σχολείο, δεν ανήκουν στον κύκλο τους, - πως την σιχαίνεται αυτήν την έκφραση, - και δεν τον συμπαθούν.
Ο Κώστας θεωρεί τον εαυτό του κελεπούρι. Και ίσως να είναι. Στα σαράντα δύο του χρόνια κρατιέται σε εξαιρετική φόρμα , γυμνάζεται καθημερινά και τα Σαββατοκύριακα παίζει τένις στο Club, δεν έχει χάσει τα μαλλιά του, - μόνο το χιούμορ του- βγάζει πολλά λεφτά, έχει δημιουργήσει ένα όνομα στον χώρο της δουλειάς του, και για τον κύκλο τους, - άντε πάλι, - είναι καλός πατέρας, δηλαδή πληρώνει αγόγκυστα τα δίδακτρα του Δούκα και εμφανίζεται στις επιδείξεις στο τέλος κάθε χρονιάς, συνήθως μιλώντας ακατάπαυστα στο κινητό του για κάποια συγχώνευση. Επίσης είναι καλός σύζυγος. Κάνουν έρωτα μια φορά στις δεκαπέντε μέρες, συνήθως την Κυριακή μετά τα αθλητικά, και στις διακοπές ακόμη και μια φορά την εβδομάδα. Και δεν ξενοκοιτάζει, μάλλον.. Δεν την δέρνει κιόλας, βέβαια, αλλά αυτό δεν πιάνεται. Είναι θέμα πολιτισμού. Επίσης κατεβάζει τα σκουπίδια το πρωί φεύγοντας για το γραφείο. Αυτό ο Κώστας το θεωρεί την απόλυτη ένδειξη καλής συζυγικής συμπεριφοράς. Συνδυάζει το κατέβασμα της σακούλας με ένα στωικό ύφος, όταν συναντήσει κανέναν γείτονα στην πόρτα ή το ασανσέρ. Ανασηκώνει τους ώμους και πετάει την ατάκα κλειδί:
- Το καθήκον, αγαπητέ μου ! Τι να κάνουμε…Το καθήκον….
Και έτσι θεμελιώνει την εικόνα του καλού συζύγου που λέγαμε και στα μάτια της γειτονιάς.
Η Αθηνά και η Δανάη βέβαια έχουν άλλη άποψη για τον Κώστα. Η Αθηνά τον θεωρεί απλά , μαλάκα. Το τεκμηριώνει με ατράνταχτα επιχειρήματα που έχουν να κάνουν με την δουλειά του, «αν είχε κότσια αγάπη μου θα είχε γίνει Κούγιας αντί να ασχολείται με το εταιρικό», με το αυτοκίνητο του, « όσοι αγάπη μου αγοράζουν σπορ αυτοκίνητο στα σαράντα τους το αντιμετωπίζουν σαν προέκταση του πουλιού τους», και δυο χρόνια αργότερα, όταν ο Κώστας αγόρασε ένα πανάκριβο τζιπ, « τι θα το κάνει καλέ το τζιπ, ο Ιντιάνα Τζόουνς? Θα πάει να κυνηγήσει κροκόδειλους στην Δεξαμενή?» Η Δανάη πάλι, θεωρεί πως εκπέμπει αρνητικά κύματα, πως είναι πολύ σφιγμένος, μάλιστα της πρότεινε κάποτε να του ρίχνει το πρωί στον καφέ του ένα μείγμα από βότανα που κάνουν πολύ καλό σε περιπτώσεις σαν την δική του, - δεν τόλμησε βέβαια να το επιχειρήσει, - και είναι βέβαιη πως η αύρα του, αν την φωτογραφίζαμε, θα ήταν καφέ με μαύρα στίγματα. Δηλαδή χάλια. Και οι δύο πάντως, καταλήγουν στην ίδια ατάκα, δεκαπέντε χρόνια τώρα. Ας πρόσεχε…
Το ραδιόφωνο παίζει τώρα ένα από τα αγαπημένα της τραγούδια, τις Τυφλές Ελπίδες του Κότσιρα. Το χέρι της πιάνει μηχανικά ένα ακόμη πουκάμισο από την στοίβα που βρίσκεται στην καρέκλα δίπλα της. Με σταθερές κινήσεις, η πείρα τόσων χρόνων βλέπεις, η Άννα συνεχίζει να σιδερώνει αφηρημένα. Το χέρι της πια πάει από μόνο του. Πλάτη, μπροστινό, μανίκια, γιακάς, κρέμασμα. Γιατί ο Κώστας τα πουκάμισα τα θέλει κρεμασμένα , όχι διπλωμένα. Διπλωμένα κάνουν τσάκιση και εκείνος θέλει τα πουκάμισα του ατσαλάκωτα. Επίσης θέλει να του τα σιδερώνει η Άννα. Μόνο η Άννα. Μάλιστα την παινεύει και στους γνωστούς τους:
- Σαν το σιδέρωμα της γυναίκας μου δεν υπάρχει άλλο! Μια φορά άφησε την κοπέλα που μας κάνει τις δουλειές να σιδερώσει και μιλάμε για άλλα πουκάμισα…Εγώ πουκάμισο φοράω μόνο από τα χεράκια της αγάπης μου. Τελείωσε…
Η αγάπη του συνεχίζει να σιδερώνει. Ίσως πρέπει να το δει πιο αισιόδοξα το θέμα. Μπορεί στο μέλλον να την περιμένει μια λαμπρή καριέρα σε καθαριστήριο…
Έλα ντε! Στην ουσία το ξέρει και η ίδια πως η ζωή της είναι καλή. Αυτά που θέλει, αυτά που πιστεύει πως χρειάζεται, είναι πολυτέλειες που κανείς δεν παίρνει στα σοβαρά. Θέλει να επικοινωνεί με τον άντρα της για ζητήματα πιο ουσιαστικά από το που θα πάνε το βράδυ, ποιο πουκάμισο θα φορέσει αύριο , ποιος θα πάρει τον Αλέξανδρο από το φροντιστήριο, και άλλα τέτοια. Θέλει να κάνουν έρωτα πιο συχνά και με περισσότερο πάθος, θέλει να συμμετέχει στην κοινή τους ζωή περισσότερο, θέλει να έχει και άλλες ευθύνες εκτός από εκείνη του σπιτιού. Θέλει να ξαναγίνει η σύντροφος του, ή έστω να γίνεται η σύντροφος του καμιά φορά, θέλει να ακούγεται, να είναι η Άννα και όχι η γυναίκα του. Θα ήθελε τα τρία πρώτα χρόνια του γάμου της να κρατούσαν για πάντα…Ανοησίες, θα της έλεγαν όλοι. Μετά από τόσα χρόνια η ρουτίνα είναι αναπόφευκτη…
Αυτά θα της έλεγαν οι κοινοί τους φίλοι. Μπορεί και η μαμά της. Οι φίλες της, οι δικές της φίλες θα την έβριζαν για μια ακόμη φορά. Όπως την είχαν βρίσει όταν στα δεκαεφτά της, αμέσως μόλις τελείωσαν το λύκειο, τους ανακοίνωσε πως είχε αποφασίσει να παντρευτεί τον Κώστα. Και τι δεν είχαν κάνει! Έπεσαν επάνω της να της αλλάξουν γνώμη, αλλά εκείνη εκεί. Ανένδοτη. Τον αγαπούσε, τον ήθελε και θα τον έπαιρνε. Ε, τον πήρε λοιπόν…Η Αθηνά μέχρι που κόντεψε να μην έρθει στον γάμο. Με κλάματα και απειλές την έπεισε τελικά η Δανάη, και άλλαξε γνώμη, την τελευταία στιγμή, και εμφανίστηκε στον γάμο με κάτι μούτρα μέχρι το πάτωμα, που έκαναν τον Κώστα έξαλλο. Ποτέ δεν την συμπάθησε από τότε, ο Κώστας την Αθηνά, ούτε και την Δανάη άλλωστε. Τις θεωρεί κακή επιρροή, αν και δεν τόλμησε ποτέ να της πει να μην τις βλέπει, και δεν μπορεί να καταλάβει τι κοινό μπορεί να έχει η γυναίκα του με μια νευρωτική διαφημίστρια που δεν μπορεί, και δεν πρόκειται να σταυρώσει άντρα ποτέ – έτσι λέει – και με μια μισότρελη έμπορο αέρα κοπανιστού, αυτή είναι η γνώμη του για την Δανάη. Την Δανάη μάλιστα πρέπει να την θεωρεί σχεδόν γραφική. Δεν τον απασχολεί που το μαγαζί της στο Κολωνάκι, - η Δανάη έχει ανοίξει ένα μαγαζί που πουλάει βότανα, βιβλία εναλλακτικών θεραπειών και είδη από την Ανατολή, - θεωρείται επιτυχημένο και πολύ μοδάτο. Όπως δεν τον ενδιαφέρει πως η Αθηνά είναι μια από τις καλύτερες διαφημίστριες στην Αθήνα, μάλιστα τα διάφορα γυναικεία και life style περιοδικά φιλοξενούν συχνά συνεντεύξεις της. Και οι δυο τους, για τον Κώστα, έχουν δύο σοβαρά μειονεκτήματα. Είναι οικονομικά ανεξάρτητες και είναι μόνες τους. Και βέβαια , είναι φίλες της από το σχολείο, δεν ανήκουν στον κύκλο τους, - πως την σιχαίνεται αυτήν την έκφραση, - και δεν τον συμπαθούν.
Ο Κώστας θεωρεί τον εαυτό του κελεπούρι. Και ίσως να είναι. Στα σαράντα δύο του χρόνια κρατιέται σε εξαιρετική φόρμα , γυμνάζεται καθημερινά και τα Σαββατοκύριακα παίζει τένις στο Club, δεν έχει χάσει τα μαλλιά του, - μόνο το χιούμορ του- βγάζει πολλά λεφτά, έχει δημιουργήσει ένα όνομα στον χώρο της δουλειάς του, και για τον κύκλο τους, - άντε πάλι, - είναι καλός πατέρας, δηλαδή πληρώνει αγόγκυστα τα δίδακτρα του Δούκα και εμφανίζεται στις επιδείξεις στο τέλος κάθε χρονιάς, συνήθως μιλώντας ακατάπαυστα στο κινητό του για κάποια συγχώνευση. Επίσης είναι καλός σύζυγος. Κάνουν έρωτα μια φορά στις δεκαπέντε μέρες, συνήθως την Κυριακή μετά τα αθλητικά, και στις διακοπές ακόμη και μια φορά την εβδομάδα. Και δεν ξενοκοιτάζει, μάλλον.. Δεν την δέρνει κιόλας, βέβαια, αλλά αυτό δεν πιάνεται. Είναι θέμα πολιτισμού. Επίσης κατεβάζει τα σκουπίδια το πρωί φεύγοντας για το γραφείο. Αυτό ο Κώστας το θεωρεί την απόλυτη ένδειξη καλής συζυγικής συμπεριφοράς. Συνδυάζει το κατέβασμα της σακούλας με ένα στωικό ύφος, όταν συναντήσει κανέναν γείτονα στην πόρτα ή το ασανσέρ. Ανασηκώνει τους ώμους και πετάει την ατάκα κλειδί:
- Το καθήκον, αγαπητέ μου ! Τι να κάνουμε…Το καθήκον….
Και έτσι θεμελιώνει την εικόνα του καλού συζύγου που λέγαμε και στα μάτια της γειτονιάς.
Η Αθηνά και η Δανάη βέβαια έχουν άλλη άποψη για τον Κώστα. Η Αθηνά τον θεωρεί απλά , μαλάκα. Το τεκμηριώνει με ατράνταχτα επιχειρήματα που έχουν να κάνουν με την δουλειά του, «αν είχε κότσια αγάπη μου θα είχε γίνει Κούγιας αντί να ασχολείται με το εταιρικό», με το αυτοκίνητο του, « όσοι αγάπη μου αγοράζουν σπορ αυτοκίνητο στα σαράντα τους το αντιμετωπίζουν σαν προέκταση του πουλιού τους», και δυο χρόνια αργότερα, όταν ο Κώστας αγόρασε ένα πανάκριβο τζιπ, « τι θα το κάνει καλέ το τζιπ, ο Ιντιάνα Τζόουνς? Θα πάει να κυνηγήσει κροκόδειλους στην Δεξαμενή?» Η Δανάη πάλι, θεωρεί πως εκπέμπει αρνητικά κύματα, πως είναι πολύ σφιγμένος, μάλιστα της πρότεινε κάποτε να του ρίχνει το πρωί στον καφέ του ένα μείγμα από βότανα που κάνουν πολύ καλό σε περιπτώσεις σαν την δική του, - δεν τόλμησε βέβαια να το επιχειρήσει, - και είναι βέβαιη πως η αύρα του, αν την φωτογραφίζαμε, θα ήταν καφέ με μαύρα στίγματα. Δηλαδή χάλια. Και οι δύο πάντως, καταλήγουν στην ίδια ατάκα, δεκαπέντε χρόνια τώρα. Ας πρόσεχε…
Το ραδιόφωνο παίζει τώρα ένα από τα αγαπημένα της τραγούδια, τις Τυφλές Ελπίδες του Κότσιρα. Το χέρι της πιάνει μηχανικά ένα ακόμη πουκάμισο από την στοίβα που βρίσκεται στην καρέκλα δίπλα της. Με σταθερές κινήσεις, η πείρα τόσων χρόνων βλέπεις, η Άννα συνεχίζει να σιδερώνει αφηρημένα. Το χέρι της πια πάει από μόνο του. Πλάτη, μπροστινό, μανίκια, γιακάς, κρέμασμα. Γιατί ο Κώστας τα πουκάμισα τα θέλει κρεμασμένα , όχι διπλωμένα. Διπλωμένα κάνουν τσάκιση και εκείνος θέλει τα πουκάμισα του ατσαλάκωτα. Επίσης θέλει να του τα σιδερώνει η Άννα. Μόνο η Άννα. Μάλιστα την παινεύει και στους γνωστούς τους:
- Σαν το σιδέρωμα της γυναίκας μου δεν υπάρχει άλλο! Μια φορά άφησε την κοπέλα που μας κάνει τις δουλειές να σιδερώσει και μιλάμε για άλλα πουκάμισα…Εγώ πουκάμισο φοράω μόνο από τα χεράκια της αγάπης μου. Τελείωσε…
Η αγάπη του συνεχίζει να σιδερώνει. Ίσως πρέπει να το δει πιο αισιόδοξα το θέμα. Μπορεί στο μέλλον να την περιμένει μια λαμπρή καριέρα σε καθαριστήριο…
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



